Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Δέντρα ιερά (τα δέντρα στη λαϊκή παράδοση των Ελλήνων)



24grammata.com/ φύση/ λαογραφία
γράφει η  Αικ. Πολυμερου-Kαμηλάκη
Διευθύντριας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών
Tα Δέντρα, λέει μια παράδοση, «έχουνε ψυχή κι ακούνε και νιώθουνε… Γι’ αυτό, λένε, μια βολά που κοβ’ ένας ένα δέντρο, τ’ άκουγε που βόγγαγε κάθε τσεκουριά που το βάραγε. Και το παράτησ’ ο άνθρωπος και το ‘βανε στα πόδια.». H αφήγηση, που με πλήθος παραλλαγές συναντιέται σχεδόν σε όλους τους λαούς και εποχές, δεν αποσκοπεί μόνο να συνετίζει όσο, κυρίως, να μεταφέρει το αρχέγονο δέος και τον επιβαλλόμενο σεβασμό προς ένα ξεχωριστό πλάσμα της φύσης.
H ιδέα ότι το δέντρο ανήκει στην αμφίβολη και υποβλητική σφαίρα ύπαρξης ανάμεσα στον κόσμο των εμψύχων και στο φυτικό κόσμο, είναι παλαιότατη. Hταν ήδη αρχαία όταν, στις αρχές του 3ου αι. π.X., ο Καλλιμάχος έγραφε τον Yμνο στη θεά Δήμητρα: «Tις μοι καλά δένδρεα κόπτει;», ρωτά η θεά – ποιος είναι ο βέβηλος που κόβει την ιερή βελανιδιά της; Hταν ο Eρυσίχθων, που είχε μπει το ιερό άλσος της, όπου υπήρχαν «πίτυς, μεγάλαι πτελέαι και όχναι» – πεύκα, φτελιές μεγάλες και αχλαδιές. Στα χτυπήματα του τσεκουριού η βελανιδιά, δέντρο πελώριο με κορμό δεκαπέντε οργιές χοντρό, αναστέναξε κι από την πληγή έτρεξε αίμα· και η νύμφη που ζούσε μέσα του, πεθαίνοντας μαζί του, προέβλεψε την τιμωρία του ιερόσυλου Ερυσίχθονα, που ήταν να δέρνεται ακατάπαυστα από αιώνια πείνα.
Η ανάθεση δένδρων και αλσυλλίων ή δασών σε ιερά αποτελεί έμμεση πρόνοια για την προστασία τους από την αλόγιστη ξύλευση. Η σύνδεση των δέντρων με θεούς, ημίθεους και νύμφες απηχεί αυτήν την πρόνοια, τον σεβασμό και την αγάπη προς τα δέντρα, που, βουβά καθώς είναι, δεν μπορούν να υπερασπιστούν την ύπαρξή τους. Τα δέντρα που ανήκαν σε ιερά από την αρχαιότητα, εκκλησιαστικά και μοναστηριακά δέντρα στα χριστιανικά χρόνια, προστατεύονταν από την κοπή και την κακοποίηση. Oι παραδόσεις τονίζουν εμφατικά την τιμωρία των βέβηλων.
Δέντρα στοιχειωμένα
Kάθε που γίνεται λόγος για δέντρα με ψυχή ο νους πάει στη «Βασιλική δρυ» του Παπαδιαμάντη, στο «…περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον… την άνασσα του δρυμού, δέσποινα αγρίας καλλονής, βασίλισσαν της δρόσου…», με την «κορυφήν της βαθύκομον ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον», αυτό που στο εναργές όνειρό του το είδε ο Σκιαθίτης ως γυναίκα, «κόρη ερατεινή, Αμαδρυάδα» ενσαρκωμένη στην πελώρια βελανιδιά. O αφανισμός του δέντρου από τον «σχωρεμένο το Βαργένη, που δεν είχε κάμει νισάφι με το τσεκούρι του, όλο θεόρατα δέντρα, τόσα σημαδιακά πράματα…» είχε σαν αποτέλεσμα «σαν το ‘κοψε κι ύστερα, δεν είδε χαΐρι και προκοπή. Αρρώστησε, και σε λίγες μέρες πέθανε. Το Μεγάλο Δέντρο ήτον στοιχειωμένο.».
O Ν. Γ. Πολίτης διασώζει ανάλογη παράδοση για τη νεράιδα της ιτιάς, από την Αλωνίσταινα Μαντινείας: «Στης Μηλιάς τον κάμπο, στ’ αμπέλια κοντά στην Τουρκόβρυση, ήτανε νια ετιά. Ο συχωρεμένος ο Δημητράς… ανέβηκ’ ένα μεσημέρι να κόψει κλάρες… Hτανε μοναχός, κι έκοψε δυο τρεις κλάρες, ακούει και σειέται η ετιά και σκούζει, «Ωχ! Εγώ ‘μαι, η ετιά. Γιατί με κόβεις; Βάνε στη στιγμή τούς κλώνους στη θέση τους». Ο άνθρωπος που άκουσε το δέντρο να μιλάει, εκατέβηκε λιγοθυμισμένος. Σε τρεις μέρες επέθανε…» (Παραδόσεις, τ. Α΄, 1904, σ. 178-9, αρ. 326).
«Τα μεγάλα και παλαιά δέντρα είναι στοιχειωμένα, και οι άνθρωποι αποφεύγουν να κάθωνται πολλήν ώρα αποκάτω σ’ αυτά, ή να κοιμώνται στον ήσκιο των, για να μην πάθουν. Και όταν κόβουν κανένα απ’ αυτά οι ξυλοκόποι και το ιδούν πως γέρνει να πέσει, πέφτουν μπρούμυτα καταγής και δε βγάνουν μιλιά, για να μην τους εννοήσει η ψυχή του δέντρου, όταν θα βγαίνει, πως είναι εκεί, και καθώς είναι αγαναχτισμένη τους λαβώσει. Και στον κορμό στη μέση όταν κόβουν βάνουν μια πέτρα για να εμποδιστεί να μην έβγει με ορμή η ψυχή του δέντρου. Τι αλλιώς θα τους κάμει κακό και θα τους κοψομεσιάσει…» (ό.π., σ. 177-178, αρ. 324).
Yπήρχε επίσης η δοξασία ότι όποιος φυτέψει στοιχειωμένο δέντρο θα πεθάνει: «Πολλά δέντρα θεριακωμένα και μοναχικά είναι στοιχειωμένα, και τα φυλάνε το καθένα το στοιχειό του, γι’ αυτό κανείς δεν κοττάει να τα πειράξει. Και γνωρίζεται εύκολα ποιο δέντρο στοιχειώνει, γιατί πρόωρα μεγαλώνει και δυναμώνει πολύ. Oποιος φυτέψει τέτοιο μεγάλο δέντρο θα πεθάνει, γιατί χωρίς άλλο θα τον πνίξει το στοιχειό.».
Tέτοιο δέντρο είναι η καρυδιά, που με τους βαρείς χυμούς που διατρέχουν τις φλέβες της κάνει -όπως και η συκιά κι η ακακία- ίσκιο βαρύ και ανθυγιεινό. Tη βαραίνει, λέει, κατάρα, γιατί «… μαθές, σαν κρεμάσανε τον Χριστό ο Ιούδας ένιωσε τι πράμα είχε καμωμένο και δεν τ’ άντεξε η καρδιά του. Είδε και απόειδε, λέει, και πήε να κρεμαστεί. Δω-κει, δω-κει βρίσκει μια γερή καρυδιά και δένει το σκοινί και κρεμιέται. Κι’ από τότενες, λένε, η καρυδιά έχει ήσκιον βαρύ.» aλλά και τη συκιά «…τηνε καταράστηκε κι ο Χριστός ο ίδιος… Μια βουλά ο Χριστός πάγαινε στη στράτα με τους μαθητές του. Δεν είχανε κουμάντο (φαγητό μαζί τους). Πείναε ο Χριστός και ζύγωσε σε μια συκιά να φάει κάνα σύκο. Τηράει δω, τηράει κει ολόυρα το δέντρο, μα δε βρίσκει σύκο πουθενά. Και τότενες, λέει, την καταράστη, κι η συκιά ξεράθηκε. Κι από τότενες, λέει, ο ήσκιος της συκιάς είναι βαρύς κι άμα πας να γύρεις ‘πο κάτου σε πιάνει το κεφάλι.».

H δύναμη του «στοιχειού»

Κλαδιά δέντρων, διαφορετικά κατά περίσταση, χρησιμοποιούνται στη διάρκεια της χρονιάς για στολισμό, επίτευξη γονιμότητας, προστασία από τη βασκανία και γενικά για ευεργετική επίδραση σε ανθρώπους, ζώα και κτήματα. H ελιά, σύμβολο μακροβιότητας, γονιμότητας και ευτυχίας, εξακολουθεί να έχει τη μεγαλύτερη χρήση στα κρίσιμα περάσματα του κύκλου της ανθρώπινης ζωής (γέννηση και θάνατο) αλλά και του κύκλου του χρόνου: Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Πρωτομαγιά κ.λπ. Αλλά και το πουρνάρι, η καρυδιά, η κρανιά, η μηλιά κ.ά. χρησιμοποιούνται επίσης στον ετήσιο κύκλο.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, αρχή του Δωδεκαήμερου, στα σπίτια άναβαν και κρατούσαν συνεχώς αναμμένη όλο το Δωδεκαήμερο, τη φωτιά στην εστία για να διώχνει τους καλλικάντζαρους. Διάλεγαν ξύλα που αργούν να καούν, ακόμη και χλωρά, και τα «πάντρευαν». O αριθμός τους συμβολίζει τον νοικοκύρη του σπιτιού ή το αντρόγυνο κ.λπ. Στα aγραφα «… βάνουν ξύλο αγριοκερασιάς για στοίχειωμα της νοικοκυράς και κέδρου για στοίχειωμα του νοικοκύρη…»· στη Λευκάδα, αφού τοποθετήσουν στη γωνιά δυο ξύλα (ένα μεγάλο, ίσιο, αρσενικό, και ένα με παραφυάδες, θηλυκό), χύνουν επάνω σ’ αυτά λίγο λάδι και κρασί ψάλλοντας… «Ευλογητός ει, Κύριε», (ο νοικοκύρης) ανάβει τα ζευγαρωμένα ξύλα.
Tην Πρωτοχρονιά, στην Hπειρο ρίχνουν στη φωτιά κλαδί πρίνου, λέγοντας: «… όσα φύλλα και κλαριά, τόσα γρόσια και φλουριά.», ενώ στη Μάδυτο «θέτουν κλάδον ελαίας ως σημείον υγείας, φλουριά ως σημείον ευτυχίας…». Στην Κίο το βράδυ της παραμονής «… ο νοικοκύρης (έπαιρνε) το κλωνί το ελαιόδεντρο… και το κάρφωνε στον άγιο Βασίλη (την ψημένη πίττα) επάνω κ’ έλεγε: «Χρόνια πολλά. Με το καλό να μπη άη Βασίλης…»».
Kατά τη διάρκεια των πρωτοχρονιάτικων αγερμών, στην περιφέρεια Αδριανουπόλεως τα παιδιά «γύριζαν τα σπίτια μ’ ένα κλαδί κρανιάς (σουρβάκι) και σούρβιζαν, δηλ. κτυπούσαν τον νοικοκύρην και τους οικείους εις την ράχιν, λέγοντα: «Σούρβα, σούρβα, γερό κορμί, γερό κορμί, γερό σταυρί…»». Στη Σινώπη «μόλις ξημερώση την Αρχιχρονιά… ένα κορίτσι έπαιρνεν ένα κομμάτι δάφνα κ’ επήγαινε στα συγγενικά σπίτια να καλαγγιάση το οτσάκι… Πήγαινε ίσια στο τζάκι, έρριχνε τη δάφνα μέσ’ στη φωτιά και καούντανε κ’ έλεγε: «Και του χρόνου, καλές δουλειές»…».
Tην ημέρα των Βαΐων, για να στολίσουν τις εκκλησίες και να μοιράσουν τα βάγια στους εκκλησιαζόμενους, χρησιμοποιούν δάφνες, φοίνικες και ελιές. Στο Λοζέτσι της Ηπείρου, «όσες νύφες γίνουν τη χρονιά μέσα, όλες θα παν του Λαζάρου για τα βάγια. Κάθε νύφη στολίζεται με πράσινο φόρεμα, σαν το χρώμα της βάγιας, και με κόκκινη μάλλινη φούστα από μέσα… Πριν να κινήση η νύφη με τη συνοδεία της, έχει στείλει την κουνιάδα της και την αδερφή της, κορίτσια ανύπαντρα -όχι παντρεμένα, να ‘χουν και μάννα και πατέρα- και πηγαίνουν στο λόγγο. Κόβουν ένα φόρτωμα βάγια… και τα πηγαίνουν (τραγουδώντας) στ’ Αλωνάκι, όπου περιμένουν οι νύφες…».
Tο μαγιόξυλο
Tην Πρωτομαγιά σε πολλά μέρη συνηθίζεται το κύλισμα γυναικών και κοριτσιών πάνω στη χλόη, η περίζωση της μέσης με λυγαριά κ.ά., και ο εναγκαλισμός χονδρών δένδρων. Στη Μεσημβρία «οι γυναίκες dη bρωτομαγιά γέντασ’ παρέες – παρέες… και χορεύανε, τραβουδούσανε κ’ ένα: Καλόγερε τ’ αδράχτια σου και άλλα τραβούδια, που ελέγανε και τις αποκριές… Είχανε και μια βηλάρα (φαλλόν) καμωμένη με ξύλο, dη στολίζανε με πρασινάδες και με λουλούδια και dη σερβίριζε η μια στην άλληνα και dην λέγανε Μάιο». Στην Κοζάνη «κόπτουν λυγαριάν και την τυλίσσουν περί την οσφύν, διά να γίνουν ευλύγιστοι, αγκαλιάζουν χονδρά δένδρα, διά να παχύνουν και ζήσουν, ως εκείνα, πολλά έτη». Αλλού, τα παιδιά ή και άνδρες γυρνούν την Πρωτομαγιά από σπίτι σε σπίτι κρατώντας το «μαγιόξυλο», κλαδί από κυπαρίσσι ή άλλο δένδρο, ή περιάγουν το «Mαγιόπουλο», άνδρα ή παιδί στολισμένο με άνθη. Στην Πάργα «… γύριζαν τα σπίτια και τραγουδούσαν το τραγούδι του Μαΐου, στεφανωμένα με λουλούδια και κρατώντας στα χέρια τους μεγάλους κλώνους πορτοκαλιάς ή νεραντζιάς, γεμάτους άνθη…».
Tης Πεντηκοστής στη Θράκη «καθανίνας παγαίν’ στην εκκλησιά μ’ ένα κλωνί καρυδιά στο χέρ’, για να το βάν’ να γονατίσ’ απάν’. Είναι η μέρα που περνάνε οι ψυχές τση Τρίχας το ιοφύρ’ κι όσες είναι καθαρές μπαίν’ νε στο bαράδεισο, ειδεμή πέφτ’νε μέσ’ στ’ gόλασ’».
εφ. Καθημερινή

Οι καλικάντζαροι σε 10 διαφορετικά μέρη του Ελληνισμού



24grammata.com/ λαογραφία
Καλικάντζαροι: Μακραίωνη, πανελλήνια παραμυθία
του Βασίλη Πλατανου, δημοσιογράφου – συγγραφέα
Το Δωδεκαήμερο, από τα Χριστούγεννα ως την παραμονή των Φώτων, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, πιστεύουν πως βγαίνουν οι Καλικάντζαροι. Όπως τους φαντάζεται ο λαός, είναι «μαυριδεροί με κόκκινα μάτια, με τρίχινα πόδια, με χέρια σαν της μαϊμούς κι έχουν όλο το κορμί τους τριχωτό. Έρχονται τα δωδεκαήμερα και μπαίνουν στα σπίτια. Τους αρέσουν οι τηγανίτες και τ’ αϊ-βασιλιάτικα γλυκά».
Όλο το Δωδεκαήμερο και ως την παραμονή των Θεοφανείων, σε πολλές περιοχές ανάβουν φωτιές. Σ’ άλλους τόπους διατηρούν αναμμένο δαυλό στη γωνιά, για να φύγουν οι Καλικάντζαροι.
Ο Νικόλαος Πολίτης, στην περισπούδαστη πραγματεία του «Οι Καλικάντζαροι», έχει τη γνώμη ότι η συνήθεια να μασκαρεύονται από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα «παρέχε το ενδιαφέρον εις την φαντασίαν του λαού να πλάσει τους Καλικάντζαρους. Ο τρόπος ον ενέπνεον εις τα παιδιά μεν πάντοτε, πολλάκις δε εις τους ενήλικας, προσέδιδε δαιμονιώδη φύσιν εις τους οχληρούς και ταραχώδεις εκείνους πανηγυριστάς των Καλανδών, μέχρις ότου παντελώς συνέχισε και αφομοίωσεν αυτούς προς τα παντοία δείγματα των δεισιδαιμόνων παραστάσεων».
Ο Ν. Πολίτης μας πληροφορεί ακόμα, πως οι άνθρωποι πίστευαν ότι οι Καλικάντζαροι είναι βρικόλακες Ατσιγγάνων. Έτσι εξηγείται και η ονομασία τους. Το πρώτο συνθετικό «Κάλι» είναι ονομασία Ατσιγγάνων. Το δεύτερο συνθετικό είναι ονομασία των Ατσιγγάνων της Αιγύπτου, που ήρθαν στην Ελλάδα τον 14ο αιώνα. Ονομάζονταν «Γαντζάροι». Οι Καλι-Γαντζάροι έγιναν Καλι-Καντάροι με αφομοίωση, που άλλαξε το Καλίγι σε Καλίκι.
Στην Κύπρο τους λένε και Καραμάνους. Αλλά Καρα-Μαύρους και Μάνους ονομάζουν τους Ατσιγγάνους. «Καρά» σημαίνει μαύρος και «Μάνους» άνθρωπος. Ο Πολίτης αναφέρει επίσης: «Οι Καλικάντζαροι πηγαίνουν εις την εκκλησίαν σαν κι εμάς και μόνον όταν βγαίνουν τ’ άγια γίνουντ’ άφαντοι». Το άλλο όνομά τους «Κάηδες», που το συναντάμε στη Ρόδο και την Κάρπαθο, χαρακτηρίζει Ατσιγγάνους που ήταν, όπως πίστευαν, απόγονοι του Κάιν.
Την παραμονή των Φώτων οι Καλικάντζαροι γυρίζουν στο υποχθόνιο βασίλειό τους, αφού αφήσουν τις στέγες των σπιτιών όπου έμειναν δώδεκα μέρες και, σύμφωνα με την παλιά παράδοση, όταν ο παπάς με τη σειρά του αγιάσει τα σπίτια.
Από μια άλλη άποψη, οι Καλικάντζαροι είναι επινόηση των πρώτων χριστιανών, που είχαν σκοπό, με αυτό τον τρόπο, να προκαλέσουν τη φρίκη και το δέος στους αβάφτιστους και στους αδιάλλακτους. Απόδειξη αυτού είναι ότι οι Καλικάντζαροι εγκαταλείπουν τις στέγες των σπιτιών την παραμονή των Φώτων, που γίνεται ο μικρός αγιασμός. Με τον καιρό όμως οι Καλικάντζαροι έγιναν στη συνείδηση του λαού «χαριτωμένα δαιμονάκια», που δεν προκαλούν φρίκη. Δεν αφήνουν, όμως, ευκαιρία, που να μην πειράξουν τους ανθρώπους τις δώδεκα μέρες που κρατά η δράση τους.
Στην Αντισσα της Λέσβου λένε, πως οι Καλικάντζαροι έρχονται την πρώτη μέρα του Δωδεκάμερου, που είναι τα Χριστούγεννα. Όποιος πεθάνει και πάει στον άλλο κόσμο άψαλτος κι αλιβάνιστος, βρικολακιάζει και γίνεται Καλικάντζαρος. Αυτός είναι δαίμονας με ανθρώπινη μορφή, μαύρος και ασχημομούρης, με κόκκινα μάτια σαν τη φωτιά, στραβός και ασχημομούρης, στραβοκάνης με πόδια σαν του τράγου, χέρια αρκουδίσια, κι όλο του το κορμί μαλλιαρό. Άλλοι κουτσοί, στραβοκάνηδες, κι άλλοι στραβοί, αλλήθωροι. Άλλοι μονόματοι, κι άλλοι μονοπόδαροι. Άλλοι ψηλοί, κι άλλοι κοντοί. Είναι τα στοιχειά, που δώδεκα μήνες κρατά στην εξουσία του ο Χριστός και μας φυλάει από το κακό, και δώδεκα μέρες αφύλαχτα, γιατί τα νερά δεν είναι αγιασμένα. Είναι αβάφτιστα και τότες τα στοιχειά αμολημένα, πειράζουνε τους ζωντανούς.
Μπαίνουν από τις καπνοδόχους στα σπίτια και βρωμάνε τα φαγητά και τα γλυκά. Πειράζουν τις γυναίκες και τις ψαχουλεύουν στα γυμνά τους. Όλο το Δωδεκαήμερο, ως τη μέρα των Φώτων που θ’ αγιαστούνε τα νερά με το μεγάλο αγιασμό, γυρίζουν και κυνηγάνε τους ανθρώπους. Γι’ αυτό οι γυναίκες τα Χριστούγεννα κάνουν αγιωτικά και θυμιάζουν για να μην μπουν οι Καλικάντζαροι στο σπίτι τους και τις πειράξουνε. Τώρα που ξέρουν πώς έγιναν οι Καλικάντζαροι και βγαίνουν κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα, όταν πεθάνει κάποιος και δεν έχουν παπά να τον ψάλουν και να τον θυμιάσουν, του βάζουν και παίρνει μαζί του ένα εικόνισμα, κι έτσι δε βρικολακιάζει.
Τα παιδιά που γεννιούνται τη μεγάλη βδομάδα των Χριστουγέννων, και γεννιέται κι ο Χριστός, αν δε βαφτιστούν ως τα Φώτα, γίνονται Καλ’κατζαρέλια, μικροί Καλικάντζαροι. Γι’ αυτό τα βαφτίζουν ανήμερα τα Φώτα, ακόμα και χωρίς παπά. Και δε φοβούνται πια μη γίνουν Καλικάντζαροι, γιατί βαφτίζονται μέσα στ’ αγιασμένα νερά, που είναι κείνη τη μέρα σαν τ’ άγιο μύρος.
Στην Κάρπαθο, οι μανάδες δένουν τη μέση των παιδιών τους, που είναι στις κούνιες, με «βάτους» τις χριστουγεννιάτικες μέρες, για να μην τους κάνουν κακό οι «Κάγοι», οι Καλικάντζαροι, που θα φύγουν απ’ τα σπίτια, όπως πιστεύουν, σαν περάσει η γιορτή τ’ Αϊ-Γιάννη.
Στη Ρόδο, όποιο παιδί γεννηθεί ανήμερα τα Χριστούγεννα, το λένε «Κάο», Καλικάντζαρο. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι «Κάηδες» σηκώνονται τη νύχτα απ’ το κρεβάτι τους το πρώτο δεκαήμερο, κι ασυναίσθητα γυρίζουν έξω. Για να μην αγριέψει όμως το παιδί, οι δικοί του φροντίζουν να του κάνουν το «μονομερίτικο» ρούχο. Φωνάζουν, δηλαδή, στο σπίτι τους γυναίκες που να λέγονται Μαρίες και τους δίνουν μία μπάλα μπαμπάκι. Αυτές το κλώθουν, το κάνουν νήμα, το υφαίνουν και ράβουν ένα ρούχο, που θα το φορέσει ο Κάος. Όλη αυτή η δουλιά πρέπει να γίνει μέσα σε μια μέρα, γι’ αυτό και το ρούχο λέγεται «μονομερίτικο».
Στη Θράκη πιστεύουν ότι οι Καλικάντζαροι συνηθίζουν να κατεβαίνουν τη νύχτα από το τζάκι και ν’ αρπάζουν τα λουκάνικα, κι ότι χορεύουν γύρω από τα πηγάδια, όπου, αν πάει κανείς, τον βάζουν με το στανιό να χορέψει μαζί τους.
Στην Κυνουρία χαράζουν με κάρβουνο σταυρούς στις πόρτες και στα παράθυρα, για να μην μπαίνουν μέσα οι «Λυκοκαντζάροι».
Στην Κύπρο πιστεύουν πως ο Καλικάντζαρος μπορεί να «αιχμαλωτιστεί», φτάνει ο άνθρωπος να τον δέσει από το πόδι με «μόλινο» (λινή κλωστή). Την παραμονή των Φώτων τελειώνει η δράση των Καλικαντζάρων πάνω στη Γη. Βιάζονται τότε να χωθούν γρήγορα πίσω στα βάθη της Γης, προτού ο παπάς αρχίσει ν’ αγιάζει τα νερά. Και για να μην ξεμείνει κανένας πάνω στη Γη, παρακινεί ο ένας τον άλλο να φύγουν. Λένε: «Φορτώστε να φορτώσουμε, κι αϊντέστε να φύγουνε, τ’ έφτασε ο τουρλόπαπας, με την αγιαστούρα του».
Την τελευταία μέρα που θα φύγουν οι «Πλανήταροι» ή «Καραμάνοι», στην Κύπρο οι νοικοκυρές τους περιποιούνται, για να τους εξευμενίσουν. Τους ψήνουν «ξεροτήανα» (λουκουμάδες) με μπόλικο λάδι για να φάνε οι «Πλανήταροι που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και χαιρετιούνται που θα φύγουν». Επειτα τα περιχύνουν με μέλι. Ολη η οικογένεια συγκεντρώνεται, τώρα, γύρω από το τηγάνι με το ζεστό λάδι που αχνίζει. Πρώτο, όμως, οι Καλικάντζαροι θ’ γευτούν τα ξεροτήανα, που η νοικοκυρά θα ρίξει στη στέγη του σπιτιού και θα λέει: «Τσιτσί, τσιτσί λουκάνικο, κομμάτι ξεροτήανο, ρίξε στους Καλικάντζαρους, να φάσιν και να φύουσιν». Στην Κύπρο τους φαντάζονται σαν κουβάρια. Καθώς σκύβουν οι άνθρωποι να τους πάρουν εκείνα αρχίζουν να τρέχουν. Λίγο πιο πέρα αλλάζουν μορφή και γίνονται γαϊδουράκια και γκαμήλες. Όταν ο άνθρωπος ξεγελιέται κι ανεβαίνει στην πλάτη τους, τότε αυτά ψηλώνουν σα βουνό και τον ρίχνουν κάτω.
Στη Λήμνο πιστεύουν πως ο Χριστός είπε στους ανθρώπους να φυλάγονται το Δωδεκαήμερο από τους Καλικάντζαρους.
Στην Κομοτηνή φοβούνται τόσο πολύ τους «Καρκατζέλ», ώστε τη νύχτα δε σφυρίζουν ποτέ, για να μη μαζευτούν πολλοί μαζί και τους κάνουν κακό.
Στη Χίο, την παραμονή των Χριστουγέννων ο νοικοκύρης του σπιτιού φέρνει ένα μεγάλο ξύλο από τα χωράφια του και το βάζει μέσα στο σπίτι, στη μέση της κάμαρας. Το «χριστόξυλο», όπως το λένε, το ραίνουν καρύδια κι αμύγδαλα, που μαζεύουν τα παιδιά και τα τρώνε. Κατόπι η νοικοκυρά παίρνει το κούτσουρο και το βάζει στο τζάκι, όπου θα καίγεται συνέχεια όλο το Δωδεκαήμερο. Οταν περάσει το Δωδεκαήμερο θα μαζέψουν τη στάχτη και θα τη ρίξουν στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, για να προστατεύεται από τα «δαιμόνια», που αυτές τις μέρες ανεβαίνουν απ’ τα βάθη της Γης και πειράζουν τους ανθρώπους.
Σε πολλά χωριά, στην Πελοπόννησο, από τη μέρα των Χριστουγέννων ζωγραφίζουν σ’ όλες τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού ένα σταυρό με κάρβουνο, για να μην μπουν και να διώξουν τους Καλικάντζαρους.
Στα Εφτάνησα πιστεύουν ότι τα «Λυκοτσαρδά» ή «Παγανά» είναι αόρατες δυνάμεις που μπορούν να κάνουν χιλιάδες κακά. Είναι τα κακοποιά σύνεργα του σκότους και των ποταμίσιων νερών, που παρουσιάζονται με το πρώτο άστρο των Χριστουγέννων, κι εξασφαλίζονται με το αγίασμα των νερών, τα Φώτα. πηγή: εφημ.ριζοσπάστης, αντιγραφή:http://spoudasterion.pblogs.gr

Τα κάλαντα: ετυμολογική και λαογραφική ερμηνεία



24grammata.com

Χριστούγεννα και Παράδοση
Η λέξη κάλαντα προέρχεται από τη λατινική «calenda», που σημαίνει αρχή του μήνα, τραγουδιόνταν στην αρχή του μήνα, ενώ διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ.
Η ιστορία τους συνδέεται με την Αρχαία Ελλάδα. Έχουν βρεθεί αρχαία γραπτά κομμάτια παρόμοια με τα σημερινά κάλαντα (Ειρεσιώνη στην αρχαιότητα).
Τα παιδιά της εποχής εκείνης κρατούσαν ομοίωμα καραβιού που παρίστανε τον ερχομό του θεού Διόνυσου. Αλλοτε κρατούσαν κλαδί ελιάς ή δάφνης στολισμένο με καρπούς και άσπρο μαλλί (η λεγόμενη ειρεσιώνη, από το έριο = μαλλί), γύριζαν και τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Στις κλωστές έδεναν τις προσφορές των νοικοκύρηδων.
Το τραγούδι της Ειρεσιώνης της εποχής του Ομήρου, συναντάμε σήμερα με μικρές παραλλαγές στα κάλαντα της Θράκης:
“Στο σπίτι ετούτο πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη
ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα
να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη
και να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι
κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι”.
Χριστουγεννιάτικες Δραστηριότητες Χειροτεχνίες
Μετά, πήρε το έθιμο αυτό και η Ρώμη. Από τον 13ο αιώνα και μετά απέκτησαν σημασία και διαδόθηκαν τα κάλαντα.
Στο Βυζάντιο κρατούσαν ραβδιά, ή φανάρια, ή ομοιώματα πλοιαρίων ή και κτιρίων, στολισμένα και τραγουδώντας, συνόδευαν το τραγούδι με κρούση τριγώνου ή τυμπάνου. Σήμερα η βάση, και μάλιστα στους Πόντιους, διασώζεται άθικτη.Τα κάλαντα έχουν τη βάση τους σε παλιά λαϊκά τραγούδια.
Πρόκειται για τραγούδια με ευχές για τον νοικοκύρη και τα άλλα μέλη της οικογένειας. Τα κάλαντα είναι μια πράξη τελετουργική, η οποία σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη έχει ως αποτέλεσμα την ευημερία. Στα παλιά χρόνια τα παιδιά τραγουδούσαν τα κάλαντα το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, κρατώντας φαναράκια αναμμένα, άλλα φλογέρα ή φυσαρμόνικα και άλλα πάλι μαζί τραγουδούσαν, σαν σε χορωδία, τα κάλαντα.
Κάλαντα ή κόλιεντα ή κόλιαντα ή κόλιντα Χριστούγεννα
Έτσι λέγονται τα τραγούδια που έχουν ως στόχο τους να φέρουν ένα μήνυμα.
Τα κάλαντα είναι τραγούδια με στίχους που από τη μια υπενθυμίζουν – αναγγέλλουν-τονίζουν την έλευση είτε κάποιας χαρμόσυνης γιορτής (τη Γέννηση Του Χριστού) είτε κάποιου θλιβερού γεγονότος (Μ. Βδομάδα – Σταύρωση Χριστού) και από την άλλη εκφράζουν ευχές σε φίλο ή γείτονα ή άρχοντα και γενικά
σε κάθε νοικοκύρη που επισκέπτονται ή συναντούν εκείνοι που λένε τα κάλαντα (= οι καλαντάρηδες) και τα μέλη της οικογένειάς του ( την «κερά» = η σύζυγος, το γιο, τη θυγατέρα).
Το κίνητρο για κείνους που λένε τα κάλαντα είναι να αποκομίσουν είτε την καλούμενη στην Κρήτη «καλή χέρα» (= το φιλοδώρημα) είτε τα καλούμενα στην Κρήτη «καλοχερίδια» (= τα καλούδια» = τα πάσης φύσεως γλυκά ή ακόμη και αγαθά: αυγά, στάρι, λάδι).
Για να συγκινήσουν το νοικοκύρη και να δώσει μεγάλα φιλοδωρήματα, οι καλαντάρηδες λένε και πάρα πολλά παινέματα (επαίνους), χαρακτηρισμούς (αφέντη, πρωταφέντη, άρχοντα) τόσο για τον ίδιο όσο και για τα άλλα μέλη της οικογένειάς του και με στίχους που να είναι ποταμός από εικόνες εκπληκτικής ομορφιάς.
Τα τραγούδια αυτά έχουν εντελώς δικά τους βασικά χαρακτηριστικά:
Πρώτα-πρώτα δεν είναι τραγούδια φτιαγμένα από λόγιους ή ποιητές, αλλά από τον ίδιο το λαό μας, τραγούδια που, καθώς είναι βγαλμένα μέσ’ από την ψυχή του λαού μας,
“που είναι όμοια σε εικόνες, σε έκφραση και σε κάλλος με τ’ άλλα τα τραγούδια τα δημοτικά, που τα λόγια τους βγαίνουν από το στόμα του λαού, σαν το γάργαρο νερό που κατρακυλάει απ’ τις πλαγιές της Πίνδου και του Ολύμπου, μιλάνε ολόισια στην ψυχή του ανθρώπου, κάνοντάς τον να τα νιώθει, να τα ζει, να τα χαίρεται”.
Και, μολονότι φτιαγμένα από απλούς ανθρώπους, πολλές φορές οι στίχοι τους είναι τόσο ποιητικοί ώστε συναγωνίζονται ακόμα και τους πιο φροντισμένους στίχους ποιημάτων, φανερώνοντας την ποιητική ψυχή του λαού μας:
“Γραμματικός και λειτουργός και ψάλτης
κι αναγνώστης
έχει τον ουρανό χαρτί,
τη θάλασσα μελάνι
και το μικρό το δάχτυλο κοντύλι για να γράφει”.
Αλλά και:
“Ώσπου να πας
κι ώσπου να ‘ρθεις
κι οπίσω να γυρίσεις
οι στράτες ρόδα γιόμισαν, τα μονοπάτια μόσχο”
λένε, ανάμεσα στ’ άλλα, τα καστοριανά κάλαντα και είναι στίχοι που συναγωνίζονται σε ποιητικότητα, σε ζωντάνια και ομορφιά ακόμα και τους στίχους μεγάλων ποιητών.
Και πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κι αυτό… πως τα κάλαντα κατ’ αρχήν διηγούνται το ιστορικό της γιορτής που ξημερώνει. Έτσι, τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα εξιστορούν στην αρχή τους τη γέννηση του Χριστού:
“Τα συχαρίκια μας, κυρά
φάσκιωσεν η Παναγιά
έκανε Χριστόν Υιόν
γεννήθηκε, βαφτίστηκε
στους ουρανούς πετάχτηκε.”
(Από τα μαυροβινά κάλαντα των Χριστουγέννων)
Έχουν, όμως, και επαινετικό χαρακτήρα. Αυτός ο χαρακτήρας (ο επαινετικός) υπάρχει έντονος στα χριστουγεννιάτικα κάλαντα της πόλης της Καστοριάς, που εμείς εδώ στο χωριό μας τα λέμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς:
“Αφέντης μας είναι καλός στον κόσμο ξακουσμένος”
και
“Ένα μικρό μικρούτσικο σπυρί μαργαριτάρι” και
“Εδώ έχουν κόρη όμορφη, πανέργου θυγατέρα” και…
Και, εκτός από την εξιστόρηση του γεγονότος που γιορτάζουμε και τον επαινετικό τους χαρακτήρα, περιέχουν πάντοτε και ευχές:
“Ας είν’ πολλά τα έτη του καλά κι ευτυχισμένα”,
αλλά και
“Καλέ Παναγιώτατε,
Χρυσέ μας Ποιμενάρχα
καλές γιορτές καλή χρονιά καλέ μας Ιεράρχα
πολλά τα έτη Δέσποτα
να είναι ευτυχισμένα
μαζί να τα περάσουμε καλά κι αγαπημένα”,
όπως εύχονται οι Καστοριανοί στον εκάστοτε Μητροπολίτη τους.
Βεβαίως υπάρχει και το ζήτημα της αμοιβής. Μόνο που η αμοιβή δεν ήταν ο κύριος σκοπός των καλαντιστών. Ο κύριος σκοπός τους ήταν πάντοτε η παρέα, η συνεύρεση με την παρέα. Γι’ αυτό οι καλαντιστές δεν εισέπρατταν ξεχωριστά τα φιλοδωρήματά τους, στην αρχή όχι χρήματα, αλλά ψωμάκια, κάστανα, καρύδια, μήλα, κυδώνια, κρασί, λουκάνικα και ό,τι άλλο χρειάζεται για το ομαδικό φαγοπότι και το τσιμπούσι που ακολουθούσε. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη χαρά των καλαντιστών, τα κοινά γλέντια, η κοινή διασκέδαση της παρέας.
Σήμερα οι καλαντιστές που εισπράττουν χρήματα θα ‘πρεπε κανονικά να έχουν ταμείο κοινό και στο τέλος να ακολουθεί η μοιρασιά.
Έπειτα είναι και η επικοινωνία. Όχι μονάχα με την παρέα, αλλά και με τα άλλα μέλη της κοινότητας, με τα οποία είναι επίσης πολύ δεμένοι οι καλαντιστές. Γι’ αυτό και έλεγαν στο κάθε σπιτικό και άλλα λόγια, άλλα για τον παπά, άλλα για τον μορφωμένο, άλλα για το σπίτι που έχει ανύπαντρο κορίτσι ή ξενιτεμένο ή μικρό παιδί… Αυτό προϋποθέτει το δέσιμο των μελών της κοινότητας μεταξύ τους. Γι’ αυτό και τα κάλαντα χάνουν το νόημά τους όταν χάνεται αυτή η προσωπική σχέση του καλαντιστή με το νοικοκύρη.
Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι ιδανικοί καλαντιστές είναι τα παιδιά.
Τα παιδιά κουβαλάνε μες σ’ ολόκληρους αιώνες αυτήν ειδικά την Παράδοση -από ευγνωμοσύνη, θαρρείς, προς τον Χριστό που τα ευλόγησε όταν ήταν εδώ στη γη και τα ξεχώρισε απ’ όλα τα ανθρώπινα πλάσματα της γης, γι’ αυτόν το λόγο και αυτά εκφράζουν τη ευγνωμοσύνη τους κάθε φορά που γεννιέται ο Χριστός, όση παγωνιά κι αν είναι απλωμένη τριγύρω τους…
“Τα παιδιά, που ολοκάθαρα και φροντισμένα ξεκινούν το πρωί με το χειμωνιάτικο κρύο, παρατώντας το χουζούρι των σχολικών διακοπών τους, και φτάνουν ως την πόρτα μας για να τα “πουν”, ας είναι καλόδεχτα και καλοπληρωμένα…”.
Και όπως πρέπει πληρωμένα από εμάς τους μεγάλους, που κουκουλωμένοι με τα ζεστά μας παπλώματα, ακούμε τις φωνές τους μες στο ξημέρωμα και νιώθουμε σαν να έχουν ανοίξει οι ουρανοί και πως οι άγγελοι ανεβοκατεβαίνουν για άλλη μια φορά, ψάλλοντάς μας ένα άλλο “Δόξα εν Υψίστοις…”
Στους “αξημέρωτους” καλαντιστές του Δημοτικού Σχολείου Μαυροχωρίου.
Η δασκάλα τους
Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου
Και εις έτη πολλά !!!
www.paidika.gr

Το εθιμικό ποδαρικό της Πρωτοχρονιάς



24grammata.com/ λαογραφία
ο κ. Αλεξιάδης αναλύει τα έθιμα του Δεκαημέρου των Χριστουγέννων αποκλειστικά στο 24grammataWebTV κλικ εδώ
γράφει ο Μηνάς Αλεξιάδηςκαθηγητής Λαογραφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παραδοσιακή συνήθεια
Τι γίνεται στην Αγγλία
Μια διαχρονική δοξασία
H πρώτη εθιμική κίνηση που γίνεται με τον ερχομό κάθε καινούργιου χρόνου ονομάζεται στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, «ποδαρικό» (first foot, πρώτο βήμα, όπως λέγεται στη Μεγάλη Βρετανία). Πρόκειται, όπως γνωρίζουμε, για την πρώτη είσοδο, το πρώτο βήμα ενός επισκέπτη, συγγενικού ή φιλικού προσώπου (μικρής ή μεγάλης ηλικίας), στο σπίτι μιας οικογένειας τα ξημερώματα ή το πρωί της Πρωτοχρονιάς. Το πρόσωπο αυτό έρχεται στο σπίτι για να φέρει το μήνυμα της αλλαγής του χρόνου, την καλή τύχη και την ευτυχία για όλη τη διάρκεια της νέας χρονιάς.
Επειδή όμως η πρώτη αυτή επίσκεψη μπορεί να φέρει και αντίθετο αποτέλεσμα, γι’ αυτό πιστεύεται ότι αυτός που θα μπει πρώτος στο σπίτι για να κάνει «ποδαρικό» πρέπει να είναι καλόκαρδος και καλότυχος. Αν μάλιστα τύχει να είναι και μικρό παιδί, αυτό θεωρείται πιο καλός οιωνός γιατί, κατά τη λαϊκή αντίληψη, ένα παιδί χαρακτηρίζεται με τα στοιχεία της αθωότητας, της ειλικρίνειας και της άδολης συμπεριφοράς.
Στην Ελλάδα η συνήθεια αυτή εξακολουθεί να γίνεται κάθε χρόνο. Ετσι οι περισσότερες οικογένειες φροντίζουν να δέχονται το «ποδαρικό» από συγγενικό συνήθως πρόσωπο ή ακόμη από το μικρότερο παιδί τους, το οποίο θα βγει έξω από το σπίτι λίγο προτού τελειώσει ο παλαιός χρόνος και θα ξαναμπεί με τον ερχομό του νέου. Μάλιστα πιστεύεται ότι το «πρώτο βήμα» πρέπει να γίνει με το δεξί πόδι, για να φέρει ευτυχία, να έρθουν όλα «δεξιά», καθώς η δεξιά πλευρά (χέρι, πόδι, εν προκειμένω) ήδη από ένα μακρό παρελθόν θεωρήθηκε αίσια και, αντιθέτως, απαίσια η αριστερή (πρβλ. sinister: αριστερή, αλλά και ολέθριος).
Παραδοσιακή συνήθεια
Σε ορισμένες περιοχές της χώρας μας το «ποδαρικό» το κάνει ο ίδιος ο νοικοκύρης ή ο πρωτότοκος γιος. Ετσι, όπως αναφέρει ο Γεώργιος Μέγας, το ποδαρικό στην Αμοργό γινόταν από έναν άνθρωπο του σπιτιού καθώς γύριζε από την εκκλησία με ένα εικονισματάκι στο χέρι. Εμπαινε δύο βήματα μέσα και έλεγε: «Μέσα καλό!». Γύριζε δύο-τρία βήματα πίσω και ξανάλεγε: «Κι όξω κακό!». Αυτό το έκανε τρεις φορές. Τελειώνοντας επαναλάμβανε τις λέξεις «μέσα καλό» και έριχνε ένα ρόδι να σπάσει μέσα στο σπίτι. Επειτα όλη η οικογένεια έτρωγε μια δαχτυλιά μέλι, «για να ‘ναι γλυκιά η ζωή όλο τον χρόνο». Στην Κάρπαθο τα παλαιότερα χρόνια έβαζαν πρωί πρωί στο σπίτι «για το καλό» έναν άσπρο σκύλο και του έδιναν να φάει μπακλαβά. Αυτό το έκαναν «για να σκυλιάσει» το σπίτι και να θεριέψουν οι άνθρωποί του.
Αν πάλι η οικογένεια είναι άτεκνη ή τα παιδιά μεγάλωσαν και δεν βρίσκονται στο σπίτι, τότε προτιμάται ένα παιδί από το φιλικό ή γειτονικό περιβάλλον. Σε όλες τις περιπτώσεις ωστόσο το πρόσωπο που θα κάνει το ποδαρικό θα λάβει χρηματικό δώρο, το οποίο είναι ανάλογο με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας.
Σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, όπως γνωρίζουμε από τη λαογραφική βιβλιογραφία, το ποδαρικό της Πρωτοχρονιάς εξακολουθεί επίσης ως σήμερα να είναι σε χρήση. Είναι γνωστό με διάφορα ονόματα και αυτός που το κάνει εμφανίζεται σαν ένα πρόσωπο σημαντικό. Ο σκοπός είναι πάντα να «φέρει» τον καινούργιο χρόνο στο σπίτι και την καλή τύχη στην οικογένεια.
Τι γίνεται στην Αγγλία
Ετσι συμβαίνει, για να παραθέσω δύο παραδείγματα, στη Βόρεια Αγγλία και στη Σκωτία, όπως αναφέρει η αγγλίδα λαογράφος Christina Hole. Αυτός που κάνει ποδαρικό τις πρώτες ώρες της Πρωτοχρονιάς έρχεται όσο σύντομα γίνεται, αφού περάσουν τα μεσάνυχτα. Φέρνει συμβολικά δώρα, όπως τρόφιμα, καύσιμα, χρήματα, τα οποία θεωρούνται προληπτικά τεκμήρια ευημερίας για τον χρόνο που αρχίζει. Αλλοτε πάλι φέρνει μαζί του ένα κλαδί από αειθαλές δέντρο, το οποίο βέβαια επίσης έχει συμβολική σημασία και θεωρείται υπόσχεση διαρκούς γερής ζωής. Τίποτε εξάλλου δεν πρέπει να βγαίνει έξω από το σπίτι προτού έρθει ο πρωτοχρονιάτικος επισκέπτης και κανένα μέλος της οικογένειας δεν πάει πουθενά αν δεν έρθει πρώτα εκείνος. Ο επισκέπτης θα χαιρετήσει όλους τους παρευρισκομένους και κατόπιν καλωσορίζεται και ο ίδιος. Στη συνέχεια αφήνει ένα κάρβουνο για το άναμμα φωτιάς.
Ο Lawrence Whistler περιγράφει στο βιβλίο του English Festivals μια χαρακτηριστική σχετική τελετή, κατά την οποία αυτός που έκανε το ποδαρικό μετέφερε ένα κλαδί από αειθαλές δέντρο στο ένα χέρι και ένα βλασταράκι στο άλλο. Εμπαινε στο σπίτι σιωπηλός, διέσχιζε το δωμάτιο ως το τζάκι και εκεί άπλωνε το κλαδί του δέντρου στις φλόγες και έβαζε το βλασταράκι στο ράφι του σπιτιού. Κανένας δεν μιλούσε ώσπου να μιλήσει αυτός πρώτος, και μόνο όταν ευχόταν στην οικογένεια «Happy New Year» έσπαζε η σιωπή.
Το ποδαρικό στην Αγγλία δεν επιτρέπεται να γίνει από γυναίκα, υπογραμμίζει η Hole. Αν συμβεί αυτό, τότε θα προκληθεί καταστροφή στην οικογένεια που τη δέχθηκε σπίτι της. Το ποδαρικό, σύμφωνα με την (μάλλον ανδροκρατική…) αντίληψη των Αγγλων, πρέπει να γίνεται από δυνατό, υγιή και όμορφο άνδρα.
Μια διαχρονική δοξασία
Στη σημερινή τεχνολογική εποχή μας ένα είδος ποδαρικού θεωρείται και το πρώτο (συνήθως ευχετικό) τηλεφώνημα της χρονιάς που θα δεχθεί η οικογένεια ή τα τελευταία χρόνια και το πρώτο μήνυμα που θα γραφεί στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου. Αυτός άλλωστε είναι ένας νέος ευχετικός τρόπος των νεοελλήνων, με αποτέλεσμα η τηλεφωνική επικοινωνία να μην είναι και τόσο εύκολη την Πρωτοχρονιά εξαιτίας των πολλαπλών κλήσεων.
Το έθιμο έχει επίσης τη δική του λειτουργικότητα στους δημοσιογράφους, οι οποίοι δεν ξεχνούν να πλαισιώνουν τα διάφορα ρεπορτάζ και τις περιγραφές τους με στοιχεία από την εθιμική ζωή και παράδοση. Αυτό βέβαια συμβαίνει όλον τον χρόνο και όχι μόνο την Πρωτοχρονιά. Ετσι, για να δώσω δύο παραδείγματα από τον αθηναϊκό και επαρχιακό Τύπο, σημειώνω το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Τα Νέα» (31 Δεκεμβρίου 2001) με κεντρικό οκτάστηλο τίτλο «Ευρω-ποδαρικό με νεωτερικότητα και μεγάλες προσδοκίες» το οποίο αναφερόταν βέβαια στο ξεκίνημα των συναλλαγών με το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ. Πολύ έξυπνος και πρωτότυπος τίτλος για ευτυχία στον νέο χρόνο (1η Ιανουαρίου 2002) και μάλιστα με νέο νόμισμα. Το δεύτερο παράδειγμα το αντλώ από τη «Ροδιακή» (καθημερινή εφημερίδα της Ρόδου), η οποία στις 3 Ιανουαρίου 2003 αναφερόμενη στα «Ποδαρικά του 2003» (σελ. 11) έγραψε ότι αγόρι ήταν το πρώτο παιδί του νέου χρόνου που γεννήθηκε στη Ρόδο, πρώτο έφθασε στο τοπικό αεροδρόμιο αεροπλάνο της εταιρείας Aegean και πρώτο στο λιμάνι του νησιού το ημερόπλοιο «Πανορμίτης».
Τι είναι όμως αυτή η εθιμική συνήθεια και από πού κατάγεται; Πρόκειται ασφαλώς για μια δοξασία, σύμφωνα με την οποία ό,τι συμβαίνει στην έναρξη μιας νέας χρονικής περιόδου θα επηρεάσει και την όλη έκβασή της (άσχετη δεν είναι και η παροιμία πως «η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται»). H χρονική περίοδος μπορεί να είναι και ένας μήνας (συναφώς η ευχή την πρώτη του μήνα «καλό μήνα»), μία εβδομάδα ή όποια άλλη.
Τεκμήριο της παλαιότητας της δοξασίας αυτής παρέχει η Παλαιά Διαθήκη, σε συσχετισμό με το «τυχερό» πόδι. Συγκεκριμένα στο βιβλίο της Γένεσης (30, 30) αναφέρεται επί λέξει: «Μικρά γαρ ην όσα σοι ην εναντίον εμού, και ηυξήθη εις πλήθος, και ηυλόγησέ σε Κύριος επί τω ποδί μου». Στο καλό ποδαρικό πίστευαν λοιπόν και οι Εβραίοι, ενώ την ίδια δοξασία είχαν και οι Ρωμαίοι, όπως αναφέρει ο Κοραής (Ατακτα, α’, σελ. 118).
H δοξασία επιβίωσε και στα βυζαντινά χρόνια, παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας, και έφθασε αλώβητη ως την εποχή μας, όπου πολλοί δεν παραλείπουν να την εφαρμόζουν.  εφ. Το Βήμα

Γιατί γιορτάζουμε τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου;



24grammata.com/ ιστορία
Τα Θεοφάνια: μια αρχαιότερη εορτή από τα Χριστούγεννα
γράφει ο Δημήτριος ΜόσχοςΛέκτορα Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα;
1. Η αρχή των Θεοφανίων
Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε.
Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου.
΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου;
Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.
2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων
Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης.
Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια.
Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς.
Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».

Το πανηγύρι της Τσικνοπέμπτης.



Λαογραφική / ιστορική προσέγγιση της Τσικνοπέμπτης.
Ποια ήταν η “Γουρουνοχαρά”  και η  “Γουρουνογιορτή”;
Πως γιόρταζαν στην παλιά  Αθήνα  την  τσικνοπέμπτη;
Όλες  οι  αποκριάτικες  μέρες  της  παλιάς  Αθήνας, ήταν  ένα  αληθινό  γλεντοκόπι. Ένας  πραγματικός  πανζουρλισμός. Ακόμα  κι  οι  πιο  φτωχοί  Αθηναίοι, βγαίνανε  στους  δρόμους  για  να  διασκεδάσουνε  μαζί  με  όλο  τον  άλλο  πληθυσμό, που  χόρευε, τραγουδούσε, αστειευότανε  κι  έκανε  του  κόσμου  τις  τρέλες. Το  μεγαλύτερο  κέφι  όμως  γινότανε  την  Τσικνοπέμπτη. Κι  αυτό  επειδή  τη  μέρα  τούτη, όπως  την  Καθαρή  Δευτέρα, όλος  ο  κόσμος  συγκεντρωνότανε  στο  λόφο  του  Αστεροσκοπείου, στο  Θησείο, κάτω  από  την  Ακρόπολη  ή  στις  Στήλες  του  Ολυμπίου  Διός, όχι  βέβαια  για  να  φάει  τα  νηστήσιμά  του  αλλά  για  να  καταβροχθίσει  το  σουβλιστό  του  αρνί, το  κατσίκι  του, το  κοκορετσάκι  του, τη  γαρδούμπα  του, να  πιει  την  ξανθιά  του  ρετσίνα  ή  το  κοκκινέλι  του  και  να  τραγουδήσει, να  χορέψει  και  να  πει  τα  ευτράπελά  του, που  τη  μέρα  αυτή  επιτρέπονταν  να  τα  λένε  μικροί  και  μεγάλοι, άντρες  και  γυναίκες, όσο  πικάντικα  κι  αν  ήτανε.
Η  Τσικνοπέμπτη, δεν  έχει  καμιά  σχέση  με  το  επίσημο  εορτολόγιο  της  Εκκλησίας. Καθιερώθηκε  από  τα  πρώτα  κιόλας  χρόνια  του  Χριστιανισμου, για  ν’ αντικαταστήσει  σίγουρα  κάποιαν  άλλη  ειδωλολατρική  γιορτή. Ίσως  την  τελετή  των  Κρονίων, όπου  κατά  τον  πανηγυρισμό  της, γίνονταν  θυσίες  και  ευωχίες  προς  τιμή  του  θεού  Κρόνου. Τις  θυσίες  τούτες  στον  αρχαίο  θεό, τις  κάνανε  συνήθως, παντρεμένες  γυναίκες, αγρότισσες. Οι  τελευταίες, κόβανε  στα  τέσσερα  μικρά  αρνιά  και  ρίχνανε  τα  κομμάτια  τους  πάνω  στη  φωτιά. Το  ίδιο  ακριβώς  κάνανε  κι  οι  παλιοί  Αθηναίοι, την  Τσικνοπέμπτη. Οι  νοικοκυρές  παίρνανε  ένα  κατσίκι  και  το  σφάζανε. Ύστερα, αφού  το  ξεγδέρνανε  και  το  καθαρίζανε, το  κόβανε  στα  τρία  και  το  ρίχνανε  στ’ αναμμένα  κάρβουνα, ψέλνοντας  χαμηλόφωνα: Πατήρ, Υιός  και  Άγιον  Πνεύμα.
Στην  παλιά  Αθήνα  ακόμα, οι  γυναίκες  τσίκνιζαν  το  χοιρινό  τους  κρέας, για  να  βγάλουνε  το  λίπος  του  και  να  το  στραγγίξουνε  μέσα  σε  ειδικές  χύτρες. Το  λίπος  αυτό  το  φυλάγανε  για  να  το  φάνε  μετά  τη  Σαρακοστή, βάζοντάς  το  στο  φαγητό  τους  ή  στρώνοντάς  το  πάνω  σε  ζεστές  φρυγανιές. Τούτη  η  δουλειά  γινότανε, όπως  και  στα  παλιά  χρόνια, την  Πέμπτη  της  δεύτερης  βδομάδας  της  Αποκριάς. Οι  αγρότισσες  της  Αττικής, την  ώρα  που  λιώνανε  τ’ αλείμματα, άμα  βλέπανε  κανένα  πουλί  να  πετάει  πάνω  από  το  κεφάλι  τους, πετούσανε  κι  αυτές  από  τη  χαρά  τους. Γιατί, όπως  οι  αρχαίες  συνάδελφές  του, πιστεύανε  πως  εμφανιζότανε  ο  Κρόνος  με  μορφή  πουλιού, έτσι  και  τούτες  ήτανε  σίγουρες  πως  ο  Θεός  ερχότανε  σαν  ένα  φτερωτό  πλασματάκι, για  ν’ ακούσει  τις  παρακλήσεις  τους  και  να  τις  πραγματοποιήσει. Αν, για  τον  έναν  ή  τον  άλλο  λόγο, δεν  είχανε  χοιρινό  κρέας, οι  γυναίκες  τσικνίζανε  οτιδήποτε  άλλο  φαγητό  είχανε  στη  χύτρα  τους: φασόλια, λάχανα, φακές, κολοκυθάκια, ρεβίθια  κι  άλλα. Ήτανε  κάτι  που  το  θεωρούσανε  απαραίτητο  και  που  αν  δεν  το  κάνανε, νομίζανε  πως  θα  τους  πηγαίνανε  όλα  στραβά. Στο  κάψιμο  αυτό  του  κρέατος  δεν  παίρνανε  μέρος  ούτε  άντρες, ούτε  ανύπαντρες  κοπέλες. Κι  οι  γυναίκες  που  εχτελούσανε  την  ιεροτελεστία  αυτή, ας  πούμε  έτσι, δεν  έπρεπε  να  είναι  χήρες  ή  να  μην  έχουνε  παιδιά.
Η  Τσικνοπέμπτη  λεγόταν  ακόμα  και  “Γουρουνοχαρά”  και  “Γουρουνογιορτή”. Και  τούτο  επειδή  τη  δεύτερη  Πέμπτη  της  Αποκριάς, γινότανε  σε  διάφορα  μέρη  της  Αθήνας  και  γενικά  της  Αττικής, αληθινό  πανηγύρι  με  γενναίο  φαγοπότι  από  το  νοστιμότατο  κρέας  τοιυ  γουρουνόπουλου. Την  ώρα  που  τρώγανε  και  χορεύανε, αν  περνούσε  κανένας  ξένος  από ‘κει, τον  υποχρεώνανε  με  το  “έτσι  θέλω”  να  καθίσει  στο  τραπέζι  τους, να  φάει  γερά, να  γλεντήσει  γενναία  και  να  πει  ό,τι  θέλει  λεύτερα.
Από  την  άλλη  μεριά, όχι  μονάχα  οι  ξένοι  που  μένανε  μόνιμα  στην  παλιά  Αθήνα, αλλά  κι  οι  δικοί  μας, οι  Φαναριώτες  και  κάμποσοι  άλλοι, που  αποτελούσαν  την  υποτιθέμενη  “αριστοκρατία”  της  μικρής  τότε  ακόμα  πρωτεύουσάς  μας, δίνανε  στ’ αρχοντικά  τους  περίφημα  μπαλ  μασκέ. Ένας  τέτοιος  χορός, που  άφησε  εποχή, ήτανε  αυτός  που  δόθηκε  στο  μεγάλο  αρχοντόσπιτο  του  Δημ. Σούτσου, που  βρισκότανε  στη  γωνία  των  οδών  Πανεπιστημίου  και  Κοραή.  Στο  χορό  αυτό, οι  βοσκοπούλες  ήτανε  ανακατωμένες  με  ιππότες  και  παλιάτσους, με  πειρατές  και  ντοτόρους, με  μανταρίνους  και  εμίρηδες, με  δουλικά  και  βασιλόπουλα. Εκεί  παραβρίσκονταν  κι  αρκετοί  ηλικιωμένοι  κύριοι, συνοδεύοντας  τις  θυγατέρες  τους  και  φορώντας  όσο  μπορούσανε  απλές  αμφιέσεις  από  φόβο  μη…μασκαρευτούν! Ανάμεσα  στους  τελευταίους, συγκαταλεγότανε  και  κάποιος  καθηγητής  του  Πανεπιστημίου, που  συνόδευε  την  κόρη  του  κι  είχε  φορέσει…φέσι! Μέσα  στην  αίθουσα  του  χορού  ήτανε  και  κάποιος  Τούρκος  μπέης, που  είχε  πάρει  την  άδεια  από  τον  οικοδεσπότη  να  πάει  χωρίς  αμφίεση, όπως  όλοι  οι  άλλοι. Αλλά  ο  γέρο  σοφός, μόλις  τον  είδε, νόμιζε  πως  ήτανε  και  κείνος  μεταμφιεσμένος  κι  άρχισε  να  του  κάνει  αστεία. Δεν  άργησε  όμως  να  πληροφορηθεί  την  αλήθεια  και  τότε  γίνηκε  κατακόκκινος  σαν  το  φέσι  του!
Αρχείο-Συλλογή : Δανδόλειος  Βιβλιοθήκη.Κρητίστωρ

ΑΠΟΚΡΙΑ: Πανάρχαιη γιορτή υποδοχής της άνοιξης



24grammata.com/ Λαογραφία
γράφει η Αριστούλα Ελληνούδη
«Εψόφισ’ ο Λοκάνικος,/ ψυχομαχάει ο Τύρος./ Κι η Βρούβα νη παλιόβρουβα/ στέκεται στην καβάλα/ να πέσει στην τσουκάλα», τραγουδούσαν, σαν σήμερα, τρώγοντας και πίνοντας οι καρναβαλιστές στην Πελοπόννησο. Στη Φθιώτιδα, στο γιορτάσι της Τυρινής, τραγουδιόταν και το τραγούδι της Καθαρής Δευτέρας: «Τ’ ακότε τι παράγγειλεν η Καθαρή Δευτέρα;/ Πέθανε ο Κρέος, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος,/ σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένια./ Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια/ και στον τρανό τον πλάτανο να μάσουμε στεκούδια».
Αυτά τα λέγαν τότε, που το καρναβάλι δεν ήταν «πολιτιστική» βιτρίνα δήμων και μπίζνα διαφημιζόμενων εταιριών, εμπόρων μαζικής παραγωγής τυποποιημένων καρναβαλίστικων κοστουμιών, εταιριών μηχανημάτων ήχου, κλπ., κλπ. Τα λέγαν, τότε, που καρναβάλι σήμαινε δημιουργικό, αυθεντικά λαϊκό, γνήσιο ελληνικό γλέντι κι όχι «μαϊμού» που δηλώνεται «εφάμιλλο» του καρναβαλιού του μακρινού Ρίο.
Τα παραδοσιακά καρναβαλίστικα έθιμά μας έρχονταν από τα βάθη των αιώνων και συνέθεταν έναν Υμνο για την άνοιξη της φύσης και της ζωής. Ο λαός μας μπορούσε να γλεντά τον ερχομό της νιας ζωής ακόμα και στις μεγάλες φτώχειες του, ακόμα και με ξερό ψωμί: «Αποκριές τις λέγαν/ και ξερό ψωμί ετρώγαν», τραγουδούσαν οι αυτοσχέδια μασκαρεμένοι και μη καρναβαλιστές. Τραγούδι αλληλοπεριπαικτικό έκαναν τη φτώχεια τους: «Προφωνούσιμη βδομάδα,/ προφωνέσου νοικοκύρη,/ κι αν δεν έχει το πουγκί σου,/ πάρε πούλα το βρακί σου».
Στα πανάρχαια καρναβαλίστικα έθιμα του τόπου μας και στις πραγματικά εκλεκτικές τους «συγγένειες» με αντίστοιχες παραδόσεις άλλων λαών, και όχι στα κακόγουστα κοσμοπολίτικα των ημερών μας λέμε να ταξιδέψουμε.
Τα αρχαία Ανθεστήρια
Αποκριά και Καρναβάλι. Μια παράδοση, δεμένη με το Φλεβάρη, τελευταίο μήνα του χειμώνα, που διαδόθηκε σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο, διαμορφώθηκε με τις παραδόσεις κάθε λαού και τροφοδότησε την τέχνη του θεάτρου με χορούς, τραγούδια, αλληλοπειράγματα, μάσκες και μεταμφιέσεις.
Η Αποκριά, συνώνυμη της λέξης Καρναβάλι (από το λατινικό carne – κρέας και vale – αποχή), συνδεόταν και με τη διαιτολογική σοφία του λαού, που έλεγε την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς Ολόκρια, Αρνοβδομάδα, Συγκόκκαλη, Αμολυτή, με Αρτσι – βούρτσι φαγοπότι. Τη δεύτερη Κυριακή (μετά από μεσοβδόμαδη νηστεία) Κρεατινή, Κριασινή, Κριγιανή. Την τρίτη Τυρινή, (αλλά «Μακαρονού» οι Μυτιληνιοί κι οι Μυκονιάτες). Ο Κοραής περιγράφει την Τυρινή των Γραικορωμαίων ως τυραπόθεση και “αποτυρίαση”, την οποία ο Ιουστινιανός την ήθελε «κρεοφαγήσιμο».
Μετά από δυο βδομάδες «οργιαστικό» φαγοπότι και μασκαρέματα, ο λαός από την Καθαρά Δευτέρα άρχιζε την «καθαρτήρια» για τον ανθρώπινο οργανισμό, σαραντάμερη νηστεία, μέχρι την κρεατοφαγία της Ανάστασης. Αυτά μόνο περί των διατροφικών στοιχείων της Αποκριάς.
Στα άγνωρα βάθη του προϊστορικού κόσμου και του πρωτόγονου ανθρώπου, του δεμένου με τη φύση και τους κύκλους της ζωής, βρίσκεται η απαρχή της παράδοσης αυτής, που ταυτίζεται με το Φλεβάρη. Τον Ανθεστηριώνα, κατά τους αρχαίους Ελληνες, που τον γιόρταζαν με τα τριήμερα Ανθεστήρια, προς τιμήν του Διονύσου – θεού του κρασιού, του θεάτρου, της μεταμφίεσης, της ελευθέριας διακωμώδησης των πάντων. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω), που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές. Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία ). Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής ( “τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος”, όπως έλεγε ο Α. Σικελιανός) – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους “τα εξ αμάξης”…
Ρωμαϊκοί, Βυζαντινοί, Νεότεροι Χρόνοι
Σατούρνο ονόμασαν οι οπαδοί του ημιθέου Ηρακλή, ιδρυτές του Λάτιου – οι κατοπινοί Ρωμαίοι – τον δικό τους Κρόνο (προστάτη της αμπέλου, της σποράς). Προς τιμήν του καθιέρωσαν την αντίστοιχη των ελληνικών Κρονίων βδομαδιάτικη γιορτή τους (μετά τη σπορά του σταριού, το Δεκέμβρη). Τα Σατουρνάλια, όπως οι αρχαιοελληνικές διονυσιακές γιορτές, συνοδεύονταν με κρασοκατανύξεις, μεταμφιέσεις, τραγούδια (με τους σατούρνιους «άκομψους», «τραχείς» στίχους), σκώμματα εν πομπή και ανταλλαγή δώρων. Στη γιορτή συνευρίσκονταν μεταμφιεσμένοι, άρχοντες και λαός. Μετά το 217 π.Χ., τα Σατουρνάλια έγιναν επίσημη αργία και παλλαϊκή, δημόσια συμποσιακή γιορτή, όπου ανακηρυσσόταν ο «βασιλιάς» των μεταμφιεσμένων (ο σημερινός Καρνάβαλος), ως κορυφαίος της πομπής των οργιαζόντων συμποσιαστών, μεταξύ των οποίων και οι δούλοι. Ηταν η μόνη μέρα αργίας των δούλων και η μόνη που τους επιτρεπόταν να συνευρίσκονται με τους πολίτες. Οι μασκαρεμένοι γλεντοκόποι εύχονταν “Bona Satournalia”, ενώ οι πλούσιοι μοίραζαν δώρα στους φτωχούς (λαμπάδες και siggillaria – μικρά αγαλματάκια, σύμβολα της γιορτής).
Τα Σατουρνάλια, δημοφιλής γιορτή και στις ρωμαϊκές αποικίες της Αφρικής, αφιερώθηκαν σε φοινικικής προέλευσης εγχώριο θεό, παρόμοιο του Βάαλ. Αργότερα, τα Σατουρνάλια μετατέθηκαν στο Φλεβάρη και καθώς αφομοιώθηκαν από τη νέα θρησκεία, το χριστιανισμό επέζησαν στα μεσαιωνικά, αναγεννησιακά, νεότερα χρόνια και με το «θεατρόμορφο» Καρναβάλι της Βενετίας. Το Καρναβάλι (η ονομασία αυτή καθιερώθηκε το 13ο αιώνα στην Ιταλία) «έθρεψε» ως μορφή και περιεχόμενο τη λαογέννητη κομέντια ντελ άρτε και τον τελευταίο κορυφαίο δημιουργό της Κάρλο Γκολντόνι (“καρναβαλιστής” από γεννησιμιού του, αφού γεννήθηκε 25 Φλεβάρη). Η κωμωδία του Γκολντόνι “Υπηρέτριες”, λ.χ., αναφέρονται στο Καρναβάλι της Βενετίας και στη μοναδική, ετήσια αργία των υπηρετριών τη μέρα του Καρναβαλιού, ώστε κρυμμένες πίσω από προσωπεία και ξένα ρούχα να γλεντήσουν και να ερωτοτροπήσουν, ακόμα και με άρχοντες.
Στα μεσαιωνικά χρόνια στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη, οι καρναβαλίστικες γιορτές αλληλοθράφτηκαν με τα είδη της μεσαιωνικής φάρσας, και σατίριζαν συνήθως την καθημερινή ζωή. Λ.χ., στη Γερμανία, που είχε μεγάλη καρναβαλική παράδοση προς τιμήν της άνοιξης (“Der Ursprung des Karnevals”), από το 14ο αιώνα άρχισε η συγγραφική και σκηνική επεξεργασία των καρναβαλικών γιορτών και ο εμπλουτισμός τους με θέματα της ιπποτικής λογοτεχνίας. Φημισμένος δημιουργός καρναβαλικών παραστάσεων ήταν ο Γ. Σαξ. Στη Ρωσία, το καρναβάλι, με την ονομασία Μασλένιτσα, επίσης ξεπροβοδούσε το χειμώνα και όπως σε όλους τους λαούς είχε εθνικό χρώμα.
Οι Βυζαντινοί γλεντούσαν και μασκαρεύονταν στα Κούλουμα και στις Καλένδες τους, αντλώντας στοιχεία από τα Σατουρνάλια και Λουπερκάλια (προς τιμήν του Φαύνου, τραγο-θεού, προστάτη της γονιμότητας). Μεταξύ των διαφόρων μεταμφιέσεων, είχαν και τη μεταμφίεση δύο νέων παλικαριών σαν τράγων προσφερόμενων σε θυσία.
Το Καρναβάλι, με την ειδωλολατρική, παγανιστική καταγωγή του, τη “διονυσιακή” ελευθερία του, ενέπνευσε και άλλους δημιουργούς. Πεζογράφους, ζωγράφους, συνθέτες, χορογράφους, δραματουργούς, λιμπρετίστες όπερας. Ενέπνευσε έργα, όχι μόνο κωμικά, αλλά και δραματικά. Τόσο, που την παλλαϊκή αυτή παράδοση τη φοβήθηκε, κάποτε, η άρχουσα τάξη και ως θέμα όπερας. Παράδειγμα, η λογοκριτική κατακρεούργηση, το 1816, του “Κουρέα της Σεβίλλης” του Ροσίνι (βασισμένη στο αντιφεουδαρχικό, επαναστατικό στην εποχή του έργο του Μπωμαρσαί “Οι γάμοι του Φίγκαρο”) και το 1858 στον υπέροχο “Χορό των μεταμφιεσμένων” του Βέρντι: Ο αρχές της Νάπολης εξοργίστηκαν με το θέμα του – ένας λαϊκός δολοφονεί τον βασιλιά της Σουηδίας Γκουστάβο ΙΙΙ – φοβούμενες ότι το έργο εμμέσως εξέφραζε τις αντιμοναρχικές εξεγέρσεις της εποχής. Ετσι, αναγκάστηκε ο λιμπρετίστας να αμερικανοποιήσει το μύθο, “μεταποιώντας” τον Γκουστάβο σε “κυβερνήτη” της Βοστόνης, που δολοφονείται σε αποκριάτικο χορό σε ένα αρχοντικό. Ο μεταμφιεσμένος Γκουσταύος μαχαιρώνεται από άλλο μεταμφιεσμένο, γιατί δεν υποψιάστηκε ότι πίσω από το προσωπείο κρυβόταν αντίπαλος.
Πρόσωπο και προσωπείο, είναι τα “μέσα” του Καρναβαλιού. “Μέσα” της παντοτινής και πανανθρώπινης ανάγκης για ξεφάντωμα της ψυχής, της φαντασίας και το σμίξιμό του με άλλους ανθρώπους σε μια ευφρόσυνη γιορτή. “Μέσα” δημιουργικής τροφοδότησης του θεάτρου, του παιχνιδιού μεταξύ του “είναι” και “φαίνεσθαι”.
Κάθε τόπος και το καρναβάλι του
Αχανές, βυθισμένο στη λησμονιά, το «παζλ» των κοινών πανελλαδικών αλλά και των τοπικών αποκριάτικων παραδόσεων. Ας σταθούμε σε μερικές τοπικές παραδόσεις.
“Σήκωσες”, λέγαν στην Κύπρο το Καρναβάλι, την αποχή από το κρέας, μετά από μια βδομάδα, που- ιδίως την Τσικνοπέμπτη- η κνίσα των ψημένων κρεάτων θόλωνε τον ουρανό… Στην Κεφαλονιά το γαϊτανάκι του Μάσκαρα, με προβάτινες προσωπίδες, κουδούνια και άλλες Μασκαρίες, συνοδευόταν με σκορτσάμπουνο κι άλλα όργανα, με λόντρες κι άλλους χορούς, πειρακτικές παρλάτες και παράσταση, (λ.χ., με σκηνές από τον “Ερωτόκριτο”, με “υποκριτές” τους κατοίκους των χωριών). Ανάλογη ήταν η Αποκριά σε όλα τα Επτάνησα, οργανωμένη από επιτροπή κατοίκων, με συμποσιαστές όλους τους χωριανούς και κορυφαίο τον ραβδούχο (όπως οι ακόλουθοι του Διονύσου) Ματζαδόρο ή Μπουλούμπαση -αγγελιοφόρο της πομπής των μασκαρεμένων. Η Ζάκυνθος πλούτισε τις Αποκριές με τη μεγάλη, αυτοσχέδια, προφορική παράδοση των τοπικών θεατρικών δρώμενων, των λεγόμενων Ζακυνθινών Ομιλιών. Η πλούσια αποκριάτικη επτανησιακή παράδοση μεταδόθηκε και στους Ελληνες κατοίκους στα θρακικά παράλια της Προποντίδας. Η Μυτιλήνη είχε τη δική της μεγάλη παράδοση, τις Μουτσούνες, τους κουδουνάτους θιάσους που ελευθεροστομούσαν, αλλά έπαιζαν και σκηνές του “Ερωτόκριτου”, της “Θυσίας του Αβραάμ” και άλλων δραμάτων.
Τρανή παράδοση ήταν και ο Βλάχικος Γάμος στη Θήβα, Κορινθία και τον Μαραθώνα Αττικής. Εθιμο, με πανάρχαιες ρίζες και στα θρακικά αποκριάτικα έθιμα – σύμβολα της γονιμότητας (ο ραβδούχος Καλόγερος – απόγονος “ιερέα” του Διονύσου κι αυτός) και το οποίο εμπλουτιζόταν και με πρόσωπα” των νεότερων χρόνων (Κούκεροι, Μπέης, Αράπηδες, κ.ά). Διονυσιακά έσουρναν “τα εξ αμάξης” στη Σκύρο, οι Νυφάδες, ο Γέρος και η Κορέλας. Παρόμοια στην Αργολίδα και σε άλλες περιοχές.
Ο χορός και το τραγούδι της Κοκάλας είχαν ιδιαίτερη παράδοση στην Αττική, στη Θεσσαλία και αλλού: “Εστειλα τον άντρα μου/ να πάρει κρέας και του δώσαν μια κοκάλα/ και τη βάζω στην τσουκάλα. / Τήνε βράζω και δε βράζει/ πέντε μέρες τήνε βράζω/ στις οκτώ την κατεβάζω. / Να και ‘μου ‘ρχεται ένας φίλος/ της γειτόνισσας ο σκύλος/ και μ’ αρπάζει την κοκάλα/ και μ’ αφήνει την τσουκάλα”. Στη Σίφνο, μεταξύ άλλων πειραγμάτων, λέγανε και τα Ξίκολα τραγούδια. Λ.χ., “Κουτσός στον κάμπο έτρεχε/ να φτάσει καβαλάρη/ κι ο καβαλάρης του ‘λεγε/ να ζήσεις παλικάρι/. Στραβός βελόνα γύρευε/ μέσα στον αχυρώνα/ κι ένας κουφός του έλεγε/ την άκουσα που βρόντα”. Στη Χίο οι άντρες χορεύανε την αστεία κινησιολογικά Μόστρα και οι γυναίκες περίμεναν τις Καρκαλούες, τους μεταμφιεσμένους σε γυναίκες άντρες. Στη Μύκονο γυρολόγοι γύφτοι, και όχι μόνο, χόρευαν το γαϊτανάκι, ενώ άλλοι μεταμφιεσμένοι την Καμήλα. Στη Νάουσα οργίαζαν οι Μπούλες κι οι Γενίτσαροι. Στο Σοχό Θεσσαλονίκης, ήταν οι Τράγοι (μεταμφιεσμένοι άντρες). Στη Σύρο, οι άντρες ντυμένοι Ζεϊμπέκ τραγουδούσαν και έπαιζαν λατέρνα στις γειτονιές.
Στη Μακεδονία, οι πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας έφεραν το έθιμο του Κωστιανού Καλόγερου (“δαίμων” της βλάστησης). Οι χωριανοί συναγωνίζονταν ποιος θα τον παραστήσει καλύτερα, όπως και τα άλλα πρόσωπα: Βασιλιάς, Βασίλισσα, Βασιλόπουλο, Κορίτσα, Ζευγολάτης, Σιδεράς, Ψωμάς, Δαμαλάκια (παλικάρια που σέρνουν το άροτρο για την ιερή γονιμοποίηση της γης). Κι όλα αυτά με νταούλια, λύρες κι άλλα όργανα, με νεροκολοκύθες – μάσκες, σατιρικά στιχάκια, χορό, και φαγοπότι. Στην Κοζάνη από το 1650 καθιερώθηκαν το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων τα Ρογκατζιάρια, που παραλλαγμένα αργότερα γίνονταν το Φλεβάρη. Στη Θράκη είχαν θεατρικά δρώμενα με τον Καλόγερο, τον Κούκερο (ή Χούχουτο), τον Σταχτά, τον Κιοκμπέη, τους Πιτεράδες. Στις Μυκήνες παρασταίναν τον Πεθαμένο, τη νεκρώσιμη ακολουθία και ταφή του: “Στον τάφο σου μπεκρή/ τρέχει κρασάκι/ όπου έπινες πολύ/ με την τέσα τη γεμάτη”. Μια οργιαστική παρωδία της αέναης νεκρανάστασης της ζωής.
Στην Αθήνα, στη «συνοικία των θεών» το Καρναβάλι είχε ομορφιά μέχρι τότε που… σέρναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. Εκτοτε και μέχρι σήμερα, αναζητείται μια αυθεντικά λαϊκή καβαρναλίστικη γιορτή.
εφ.  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ www2.rizospastis.gr

Οι ρίζες του καρναβαλιού στην αρχαία Ελλάδα



24grammata.com/ αρχαιότητα/ λαογραφία
Οι ρίζες του καρναβαλιού στην αρχαία Ελλάδα
Αυτό το άρθρο είναι μια μικρή μελέτη σχετικά με την προέλευση των καρναβαλικών εθίμων των ημερών μας, που εντοπίζονται στον Ελλαδικό χώρο.Οι ρίζες των εθίμων αυτών εντοπίζονται στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα στις Διονυσιακές εορτές όπως τα Ανθεστήρια, εορτές της Θράκης κτλ.
ΑνθεστήριαΑττική Διονυσιακή εορτή
Τα Ανθεστήρια ήταν ετήσια γιορτή της αναγέννησης της φύσης και γιορτή των νεκρών προς τιμή του Λιμναίου Διονύσου και του Xθόνιου Eρμή. Γίνονταν στην Aθήνα κατά τον μήνα Aνθεστηριώνα (τέλος Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου) επί τρεις ημέρες. Tο όνομα της γιορτής πιθανολογείται από το ανθέω και το σχετίζουν με το έθιμο της δεύτερης μέρας των χοών να στεφανώνουν τα τρίχρονα αγόρια με λουλούδια.
Eπειδή τα Aνθεστήρια δεν ήταν γιορτή των λουλουδιών είχε υποστηριχθεί παλαιότερα η άποψη πως και το όνομα Aνθεστήρια της όλης γιορτής δε σχετίζεται με τα άνθη, αλλά με το ρήμα «αναθέσσασθαι» που σημαίνει την ανάκληση των ψυχών (όμως η συγκοπή της πρόθεσης ανά δεν είναι χαρακτήρας της ιωνικής διαλέκτου) και σχετίζουν την ετυμολογία με την τρίτη ημέρα της γιορτής που ήταν αφιερωμένη στις ψυχές των νεκρών.
Συνοπτικά τα δρώμενα των τριών ημερών των Ανθεστηρίων ήταν τα εξής:
1η μέρα Πιθοίγια
* Άνοιγαν τους πίθους με το νέο κρασί
* Συνήθιζαν να φέρνουν το πρώτο κρασί στο εν Λίμναις ιερό του Διονύσου
* κάνανε σπονδές έξω από το κλειστό ιερό του θεού, προς τιμή του ευχόμενοι να καταναλώσουν αίσια την καινούρια παραγωγή
* δοκίμαζαν οι ίδιοι το κρασί και χόρευαν και τραγουδούσαν ευχαριστώντας το Διόνυσο
* την ημέρα εκείνη καθώς και την επόμενη, οι Αθηναίοι, επέτρεπαν στους δούλους να πίνουν μαζί τους.
2η μέρα Χόες
* γινόταν η πομπική είσοδος του Διονύσου στην πόλη πάνω σε καράβι με τροχούς
* πάνω στο καράβι υπήρχαν μεταμφιεσμένοι σε ακόλουθους του Θεού Διονύσου. Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι ήταν οι Σάτυροι και πείραζαν τον κόσμο με τις βωμολοχίες δημιουργώντας κέφι και χαρά και κωμική διάθεση.
* Οι μεταμφιεσμένοι Σάτυροι φορούσαν προσωπείο – μάσκα. Οι μάσκες αυτές ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους.
* Άλλοι Σάτυροι φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου.
* Οι Σάτυροι προσπαθούσαν να μοιάζουν με με τράγους, και χαρακτηριστικό των τράγων είναι η μεγάλη ροπή προς τα αφροδίσια.
* Οι Σάτυροι χοροπηδούσαν γύρω από το τροχοφόρο καράβι του Διονύσου χτυπώντας την γη με τα πόδια τους. (ίσως από εδώ βγήκε και η λέξη καρναβάλι αφού καρναβαλλίζω σημαίνει βαλλισμός των κάρνων δλδ πηδηχτός χορός των βοσκημάτων. Κατά Ησύχιο κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον). Το βόσκημα γενικά μπορεί να είναι τράγος, γίδα, πρόβατο.
* γινόταν ο «ιερός γάμος» του θεού με τη σύζυγο του άρχοντος βασιλέως, την βασσίλινα, ο οποίος ήταν επικεφαλής του ιερατείου και όλων των θρησκευτικών αξιωματούχων της Aθήνας.
* Γίνονταν αγώνες οινοποσίας
* Tο απόγευμα των Xοών συνηθίζονταν στους δρόμους «αι εκ των αμαξών λοιδορίαι», δηλαδή πειράγματα εναντίον διαβατών που συνηθίζονταν και στην εορτή των Ληναίων.
3η μέρα Χύτροι
* μαγείρευαν τα πολυσπόρια (πανσπερμία, κόλλυβα), που τα αφιέρωναν στο χθόνιο Eρμή, τον ψυχοπομπό. Η παράδοση που εξηγεί την πανσπερμία είναι πως όσοι σώθηκαν από τον Κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, μαγείρεψαν «χύτραν πανσπερμίας».
* Την ημέρα των Χύτρων πίστευαν ότι οι ψυχές ξαναγύριζαν στον επάνω κόσμο και βρίσκονταν αόρατες ανάμεσα στους ζωντανούς.
* Πίστευαν ακόμη πως ανάμεσα στις ψυχές υπήρχε και παρουσία πονηρών πνευμάτων που ανέβαιναν στη γη με το άνοιγμα του Άδη και μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές.
* έβαζαν γύρω από τα ιερά τους ένα κόκκινο νήμα που λειτουργούσε αποτρεπτικά και εμπόδιζε τα πνεύματα να εισέλθουν.
* Επίσης για να τα εμποδίσουν να μπουν στα σπίτια τους άλειφαν τις πόρτες με πίσσα και μασούσαν ράμφους.
* Τα βλαβερά πνεύματα του κάτω κόσμου, που μαζί με τις ψυχές έμπαιναν στα σπίτια από το βράδυ των Xοών και έμεναν με τους ζωντανούς την ημέρα των Xύτρων, τις έδιωχναν την επόμενη ημέρα με τη γνωστή φράση: «Θύραζε Κᾶρες, οὐκ ἔτ’ Ἀνθεστήρια», δηλαδή «φύγετε ψυχές των νεκρών, τα Aνθεστήρια τελείωσαν πια».
* Τα Υδροφόρια ήταν μια γιορτή που γινόταν την τρίτη μέρα των Aνθεστηρίων σε ανάμνηση όσων πνίγηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα:
“Yδροφόρια, εορτή πένθιμος Aθήνησιν επί τοις εν τω κατακλυσμώ απολομένοις”.
Κατά τη γιορτή αυτή έριχναν άρτους από σιτάρι και μέλι σε ένα χάσμα που υπήρχε μέσα στο ναό του Oλυμπίου Διός γιατί από το χάσμα εκείνο πίστευαν ότι η Γη είχε απορροφήσει τα νερά του κατακλυσμού.
Στις μέρες μας αυτά τα έθιμα έχουν διασωθεί αλλά μεταλλαγμένα ας τα δούμε ένα – ένα:
Σύγχρονη εποχή     Αρχαία εποχή
Οι μεταμφιέσεις και οι άσεμνες παραστάσεις     Σάτυροι τραγόμορφοι ροπή προς τα αφροδίσια, βωμολοχίες
Καλόγεροι, Κούκερος ή Χούχουτος ή Σταχτάς ή Μπέης ή Κιόρμπεκς     Σάτυροι
Μασκαράδες, Κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλε, καρνάβαλους, προσώπεια     Ακόλουθοι Θεού Διονύσου με προσωπεία πήλινα
Κύριοι στοιχείο του καρναβαλιού είναι ο χορός: Τα χτυπήματα της γης με τα πόδια.     Ο βαλλισμός των κάρνων, βαλλισμός = πηδηχτός χορός, κάρνος = βόσκημα (τράγος, γίδα, πρόβατο)
Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους, πρεσβεύει η λαογραφία, πώς παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης.     Αποτροπή των κακών πνευμάτων του Άδη, (Κάρες)
Καλοπέραση, φαγητό, οινοποσία.     Οινοποσίες πρώτη μέρα Πιθοίγια
Η θύμηση των νεκρών, που πρέπει να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στην γη – σύμφωνα πάντα με τις παραπάνω παγανιστικές αντιλήψεις – και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς. Έτσι εξηγούνται και τα Ψυχοσάββατα στην διάρκεια της αποκριάς     Θύμηση των νεκρών της εποχής του κατακλυσμού του Δευκαλίωνα, τρίτη μέρα Υδροφόρια.
Επίσης, γνώρισμα της αποκριάς είναι και οι φωτιές: Ανάβονται στα τρίστρατα σταυροδρόμια το βράδυ της παραμονής της 1ης Μαρτίου στην Θράκη ή το βράδυ της τελευταίας αποκριάς στην Ήπειρο και στην Δυτική Μακεδονία, έχουν καθαρτήριο, σύμφωνα με την λαογραφία     Καθάρσεις από τα κακά πνεύματα του Άδη στα τρίστρατα της Εκάτης
Η βασσιλίνα, η γυναίκα του καρνάβαλου.     Η ιερογαμία της γυναίκας του άρχοντα με τον Θεό Διόνυσο
Καρνάβαλος     Θεός Διόνυσος
Άρμα του καρνάβαλου.     Το τροχοφόρο καράβι του Θεού Διόνυσου.
Υπάρχουν πάρα πολλά καρναβαλικά έθιμα από την Τουρκοκρατία και δεν έχουν όλα σχέση με τις Διονυσιακές γιορτές αφού μερικά σατυρίζουν καταστάσεις στην Τουρκοκρατία. Παρακάτω θα παρατεθούν μερικά από αυτά τα έθιμα που σχετίζονται με τις Διονυσιακές γιορτές.
Σημερινά έθιμα με αρχαία Διονυσιακή προέλευση.
Ιερός Γάμος
Στην Κληματιά, στο Χλωμό, στο Μαραθιά, στα Κρητικά, στους Γιαννάδες κι αλλού έχουν τον Ιερό Γάμο. Η τέλεση του καρναβαλίτικου γάμου όπως λεγόταν στα χωριά της Κέρκυρας ως το 1960, γινόταν στα περισσότερα χωριά της Κέρκυρας. Σιγά – σιγά σε κάποια έσβησε και παρέμεινε μόνο ως ανάμνηση ενώ σε κάποια άλλα ευτυχώς διατηρείται μέχρι σήμερα.
Συμβαίνει την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής και ξεκινά από το πρωί όταν οι άνδρες του χωριού μαζεύονται σε κάποιο σπίτι και ντύνουν το γαμπρό. Σε άλλη γειτονιά οι γυναίκες στολίζουν τη νύφη. Το ότι η νύφη είναι κι αυτή άνδρας και μάλιστα μουστακαλής, μάλλον οφείλεται στην πατριαρχική κοινωνία που απαγόρευε στις γυναίκες να χουν θέση στα δρώμενα της κοινότητας. Στην τελετή του γάμου συμμετέχει κι ένας δαίμονας με τη μορφή σάτυρου που προσπαθεί να χαλάσει το γάμο. Σ’ όλη τη διάρκεια του μυστηρίου οι χωριάτες αισχρολογούν ακατάπαυστα, πειράζοντας οι μεν τους δε.
Δίκη του Καδή – Λιτόχωρο
Στο Λιτόχωρο Πιερίας θα αναβιώσουν το βράδυ της Κυριακής έθιμα που έχουν σκοπό τον εξαγνισμό των κακών πνευμάτων και τον εξοβελισμό της κακοτυχίας. Αυτό επιτυγχάνει, σύμφωνα με το έθιμο, ο Χορός των βωμολόχων που περιδιαβάζει όλο το χωριό με πειράγματα για όλους τους περαστικούς. Ακολουθεί βέβαια ξέφρενο γλέντι.
Στην Πολυκάρπη της Πέλλας θα αναβιώσει η Δίκη του Καδή. Οι κάτοικοι θα συγκεντρωθούν στην πλατεία για να δικάσουν τον αντιπρόσωπο της κακοκεφιάς και της κακής τύχης. Τελικά τον καταδικάζουν και καίνε το ομοίωμά του ανάμεσα σε χορούς και τραγούδια
Οι “κουδουνάτοι” στην Νάξο
Η Νάξος θεωρείται η γενέτειρα του Θεού Διονύσου. Από το πρώτο κιόλας Σάββατο της Αποκριάς, ξεκινάει ο εορτασμός, με το σφάξιμο των χοίρων και άλλων εκδηλώσεων.
Το μεσημέρι της τελευταίας Κυριακής στην Απείρανθο, εμφανίζονται οι “κουδουνάτοι”. Αυτοί φορούν κάπα και κουκούλα, γυρνούν το χωριό κάνοντας θόρυβο και προκαλούν με άσεμνες εκφράσεις. Οι ίδιοι κρατούν “σόμπα”, ξύλο που παραλληλίζεται με τον διονυσιακό φαλλό. Μαζί τους μπλέκονται ο “Γέρος”, η “Γριά” και η “Αρκούδα”. Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των “Κουδουνάτων” μπορεί κανείς να δει το “γάμο της νύφης”, το “θάνατο”, την “ανάσταση του νεκρού” και το “όργωμα”. Την Καθαρή Δευτέρα στις κοινότητες Ποταμιά, Καλόξιδο, Λειβάδια κλπ. οι κάτοικοι ντύνονται “Κορδελάτοι” ή “Λεβέντες” γιατί στο φέσι και στους ώμους έχουν κορδέλες. Οι Κορδελάτοι είναι φουστανελοφόροι και η δεύτερη ονομασία τους “Λεβέντες” αποδίδεται στους Πειρατές. Από κοντά τους ακολουθούν και οι ληστές, οι “Σπαραρατόροι”, που αρπάζουν τις κοπέλες για να τις βάλουν με το ζόρι στον χορό και το γλέντι, που κρατάει ως το πρωί.
Ο γέρος και η κορέλα στην Σκύρο
Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο του νησιού θέλει το “γέρο” και την “κορέλα” να βγαίνουν στους δρόμους και να δίνουν μία ξεχωριστή εικόνα των ημερών. Ο “γέρος” φοράει μία χοντρή μαύρη κάπα, άσπρη υφαντή βράκα και έχει στη μέση του 2-3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει και τα 50 κιλά. Το πρόσωπο του καλύπτεται από προβιά μικρού κατσικιού και περπατώντας με χορευτικό ρυθμό, καταφέρνει να ηχούν μελωδικά τα κουδούνια που φοράει.
Η “κορέλα” η ντάμα του γέρου είναι ντυμένη με παραδοσιακά σκυριανά ρούχα με κυρίαρχο χρώμα το άσπρο σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο χρώμα του “γέρου” έχοντας και αυτή καλυμμένο το πρόσωπό της. Χορεύει γύρω από τον γέρο καθώς αυτός βαδίζει ανοίγοντάς του δρόμο ή προσπαθώντας να τον βοηθήσει και να τον ξεκουράσει.
Οι ικανότεροι από τους γέρους μάλιστα, αφήνουν για λίγο τους δρόμους της αγοράς, όπου συγκεντρώνεται ο κόσμος και ανεβαίνουν στο Κάστρο του νησιού. Εκεί θα κτυπήσουν τις καμπάνες στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου.
Τότε η “κορέλα” την ώρα που ο “γέρος” θα σταματήσει να πάρει μίαν ανάσα, θα του τραγουδήσει σκυριανό τραγούδι, παινεύοντάς τον για τις αξίες και τις χαρές του. Το δίδυμο αυτής της σκυριανής αποκριάς συνοδεύει πολλές φορές και ο “φράγκος”. Αυτός ο μασκαράς, ντυμένος με παραδοσιακά ρούχα του νησιού αλλά και παντελόνι, σατιρίζει τους σκυριανούς εκείνους που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).
Η προέλευση του εθίμου αυτού χάνεται στα χρόνια και πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν στοιχεία και ρίζες διονυσιακών τελετών και θεωρούν τις εκδηλώσεις αυτές κατάλοιπα τέτοιων εορτών.
Οι γεροντότεροι στο νησί αναφέρουν ότι ο “γέρος” και η “κορέλα”, έρχονται κάθε χρόνο να θυμίσουν στους σκυριανούς κάποια θεομηνία που κατέστρεψε όλα τα ζώα του νησιού και για το λόγο αυτό ο τσοπάνης ζώστηκε τα κουδούνια των ζώων και ήρθε στο χωριό να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους.
Μία άλλη εκδήλωση της σκυριανής αποκριάς είναι η “τράτα” που είναι αναπαράσταση ναυτικής ζωής, όπου ψαράδες στην πλειοψηφία τους, σατιρίζουν έμμετρα καταστάσεις και γεγονότα που αφορούν τη κοινωνική ζωή στην Ελλάδα γενικότερα.
Με τα σατυρικά αυτά ποιήματα, αλλά και με την αμφίεσή τους, καταφέρνουν να προκαλούν την ευθυμία των θεατών της παράστασης αυτής που κορυφώνεται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς.
Την Καθαρή Δευτέρα σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί με παραδοσιακές τοπικές στολές, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού και χορεύουν και τραγουδούν σκυριανά τραγούδια.
Αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου στην Θήβα
Ένας γάμος βρίσκεται στο επίκεντρο των εορταστικών εκδηλώσεων της Αποκριάς, στη Θήβα. Δεν πρόκειται για έναν «γάμο για τα καρναβάλια», αλλά για αναπαράσταση ενός εθίμου που φθάνει στις ημέρες μας περίπου από το 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Το τελετουργικό, παρά το γεγονός ότι μεταφέρθηκε εδώ από τους Βλάχους των περιοχών Μακεδονίας – Ηπείρου – Θεσσαλίας, ενσωματώθηκε εύκολα στον κάμπο της Βοιωτίας.
Από τα Βουκόλια της Θήβας (αρχαία διονυσιακή γιορτή που κατέληγε σε γάμο) μέχρι τον Βλάχικο γάμο με το γαϊτανάκι, την πομπή, τον Πανούση-σάτυρο, τον χορό του πεθαμένου, η απόσταση δεν φαίνεται καθόλου μεγάλη. Οι ομοιότητες με τις ανοιξιάτικες διονυσιακές γιορτές της γονιμότητας και ανανέωσης είναι πολλές, οπότε το έθιμο έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτήν που του αποδίδουμε σήμερα.
Στις μέρες μας 9 διευρυμένες «οικογένειες» της Θήβας, με 40-45 άτομα η κάθε μία, αναλαμβάνουν (με προκαθορισμένη σειρά ανά έτος) να πρωταγωνιστήσουν στον Βλάχικο γάμο. Από αυτές διαλέγεται ο γαμπρός. H νύφη δεν είναι πλέον άνδρας ντυμένος γυναίκα (όπως ήταν το έθιμο… και μάλιστα άνδρας με μουστάκι!). Ούτε καμία κοπέλα της Θήβας δέχεται να πάρει τη θέση της νύφης. Οπότε διαλέγουν «μοντέλο». Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι σημαντική θέση στο τελετουργικό πέρα από τους Βλάχους και τους Λιάπηδες, έχουν οι Μακεδόνες με τις δικές τους στολές, ενώ το κατ’ εξοχήν μουσικό όργανο του Βλάχικου γάμου δεν είναι το κλαρίνο, αλλά η πίπιζα.
Οι… διαδικασίες αυτού του γάμου ολοκληρώνονται την Καθαρά Δευτέρα. Μία πολύχρωμη γαμήλια πομπή θα ξεκινήσει από την εκκλησία της «Αγιά Τριάδας» προς τον δρόμο του Επαμεινώνδα όπου είναι τα «κονάκια» των συμπεθέρων. Ο γαμπρός θα… ξυριστεί ενώ οι δύο συμπέθεροι θα έχουν έναν διασκεδαστικό διάλογο για το «ελάττωμα» της νύφης, όμως τελικά θα τα «συμφωνήσουν» και το γλέντι θα κορυφωθεί στον δρόμο του Επαμεινώνδα. Το απόγευμα δεν πρέπει να χάσετε τον «χορό του πεθαμένου». Πρόκειται για άλλο ένα παλαιό έθιμο που συμβολίζει τον θάνατο του χειμώνα και τη γέννηση της άνοιξης.
Οι θρύλοι για τα “στοιχειά” στην Αμφισσα
Οι θρύλοι για τα “στοιχειά”, είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως τα “στοιχειά” αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή. Το σπουδαιότερο στοιχειό, που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της “Χάρμαινας”. Αυτό αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες (βυρδοδέψες), που η δουλειά τους ανάγκαζε να βρίσκονται στην Βρύση νύχτα – μέρα. Πολλοί ορκίστηκαν, πως είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σ’ όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται.
Ακόμη διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, κατέβαινε από της “Κολοκυθούς το Ρέμα” και γύριζε στους δρόμους μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο Θρύλος του “Στοιχειού”. Από την συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα και τα σκαλιά του Αϊ Νικόλα κατεβαίνει το “στοιχειό” και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι. Στο ιστορικό μεγάλο καφενείο της πόλης γίνονται συζητήσεις σατυρικού περιεχομένου για τους Θρύλους και τα Στοιχειά.
Τυρναβίτικο Καρναβάλι – Μπουρανί (χορτόσουπα χωρίς λάδι)
Ένα από αυτά τα έθιμα που έκανα τον Τύρναβο ξακουστό είναι το έθιμο του «Μπουρανί» την ημέρα της Καθαρής Δευτέρας. Η χρησιμοποίηση σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων συνδυάζεται απόλυτα με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις των Τυρναβιτών.
«Το μπουρανί» είναι στην κυριολεξία ένα λαϊκό πανηγύρι αλλά στην ουσία είναι η γιορτή του φαλλού και συμβολίζει την αναπαραγωγή και την ευτεκνία. Για την προέλευση του, υπάρχουν δύο εκδοχές.
Η πρώτη αναφέρει ότι οι ρίζες του βρίσκονται στις πανάρχαιες εορτές των Ελλήνων: τα Διονύσια, τα Θεσμοφόρια, τα Αφροδίσια, τα Θαργήλια και κυρίως οι αλωαί που ήταν γεωργική εορτή πανάρχαια λατρεία και προθρησκευτική.
Και η δεύτερη ότι προέρχεται από Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στον Τύρναβο γύρω στο 1770, λίγο πριν τα Ορφωλικά. Η δεύτερη εκδοχή μάλλον είναι και η επικρατέστερη, καθώς τεκμηριώνεται από ιστορικά στοιχεία.
Καθώς λέγεται εκείνη την εποχή, έπεσε στον Τύρναβο επιδημία χολέρας και οι περισσότεροι κάτοικοι του βρήκαν θάνατο.
Η πόλη ερημώθηκε και ο σουλτάνος της περιοχής, έφερε ένα τμήμα Αρβανιτών, για να κτίσει την καινούργια πόλη, δίπλα στην παλιά (η περιοχή αυτή ονομάζεται «Κόκκαλα» επειδή στην περιοχή θάφτηκαν όσοι βρήκαν τον θάνατο από την χολέρα).
Οι Αρβανίτες αυτοί λοιπόν καθιέρωσαν το έθιμο που σώζεται ως τις μέρες μας.
Το έθιμο αυτό λαμβάνει χώρα την Καθαρή Δευτέρα κάθε χρόνο στον Τύρναβο. Οι κάτοικοι της πόλης πηγαίνουν στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία στα βόρεια της πόλης σ’ έναν ελεύθερο ευρύ χώρο (ένα μεγάλο αλώνι).
Η πορεία γίνεται σε πομπή της οποίας προηγούνται διάφορες ομάδες (θίασοι) μεταμφιεσμένων ή μη (μόνον ανδρών), οι οποίοι κουβαλούσαν όλα τα απαραίτητα για την λειτουργία.
Όταν η πόλη έφθανε στο χώρο του Προφήτη Ηλία εκεί κάθε ομάδα έστρωνε στο έδαφος διάφορα φαγητά και μια μεγάλη φιάλη σε σχήμα «φαλλού» γεμάτη με κρασί ή με γαλακτόχρουν κράμα ούζου ή τσίπουρου με νερό.
Παράλληλα άναβαν φωτιά πάνω στην οποία παρασκευάζοταν το «Μπουρανί» μια χορτόσουπα από σπανάκι και ξύδι για να νοστιμίζει.
Αφού γινόταν το μπουρανί που είχε την μορφή σούπας σερβιριζόταν στους «μυουμένους» ως μέθεξη – συμμετοχή στα δρώμενα – και έτσι άρχιζε ο χορός και τα τραγούδια, οι αστεϊσμοί και τα πειράγματα με άσεμνες βασικά εκφράσεις.
Πολλοί από τους άντρες που συμμετείχαν σ’ αυτό το τελετουργικό κρατούσαν στα χέρια τους φαλλούς σαν σκήπτρα και ήταν κατασκευασμένα από ξύλο ή πηλό ή ακόμα και από ψωμί και που αποτελούσαν το κυριότερο τελετουργικό σύμβολο.
Στο έθιμο αυτό συμμετείχαν αυστηρά μόνο άντρες ενώ οι γυναίκες απείχαν, ίσως για λόγους σεμνοτυφίας λόγω των φερόμενων φαλλικών συμβόλων.
Γυναικόπαιδα όμως παρακολουθούσαν τα δρώμενα καθώς επίσης και πλήθη επισκεπτών από διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Το έθιμο του καλόγερου στο νομό Σερρών
Στο νομό Σερρών στην Αγία Ελένη την Δευτέρα της Τυρινής συναντάμε το έθιμο του “καλόγερου”. Την γιορτή αυτή αρχίζουν οι Αναστενάρηδες με απόκρυφη μυσταγωγία και συμμετέχουν και οι μίμοι, οι οποίοι συγκροτούν τον θίασο: ο Βασιλιάς, το Βασιλόπουλο, ο καπιστράς, ο καλόγερος, η νύφη, η μπάμπω και το εφταμηνίτικο, οι γύφτοι με την αρκούδα και τέλος οι Κουρούτζηδες (φύλακες).
Αφού ο θίασος του Καλόγερου επισκεφθεί όλα τα σπίτια του χωριού, συγκεντρώνονται όλοι οι κάτοικοι στην πλατεία, όπου γίνεται η προετοιμασία του συμβολικού αγρού για την σπορά και ακολουθεί η σκηνή του θανάτου και της ανάστασης του πρωταγωνιστή Καλόγερου. Μόλις αναγγελθεί η ανάσταση του πρωταγωνιστή, ο θίασος αρχίζει κυκλικό χορό γύρω από το συμβολικά σπαρμένο χωράφι με τον Βασιλιά Σπορέα, στην κορυφή του χορού. Μετά τον χορό ο Αναστενάρης δίνει τις ευχές του και το πλήθος ευχόμενο “κι από του χρόνου” διαλύεται.
Η λαϊκή αυτή θρακική λατρεία, παρουσιάζει επίσης εμφανή τα γνωστά στοιχεία του αρχαίου Διονυσιασμού.
Οι ερευνητές του εθίμου, βλέπουν τα πάθη και την Ανάσταση του Καλόγερου ως επιβίωση από τα πάθη του Θεού Διονύσου.
Το έθιμο του Μπέη – Διδυμότειχο
Πραγματοποιείται αναβίωση του εθίμου του “Μπέη”, που περιέχει διονυσιακά στοιχεία και έχει σατυρικό χαρακτήρα. Ο Μπέης είναι ώριμος άνδρας με μουστάκι, ντυμένος με “γούνα”, βαμμένος με κοκκινάδι, πολλά στολίδια, μαύρο φέσι, μπότες και φέρει μαζί του ραβδί, πιστόλια και ναργιλέ. Μέσα από αυτή την αναπαράσταση σατιριζόταν η τουρκική κατοχή και η ανέχεια της εποχής εκείνης.
Προηγείται όλων ο τελάλης, ακολουθεί η φρουρά του Μπέη, δηλ. οι αστυνομικοί του, έπειτα ο ίδιος, οι αυλικοί και οι γεωργοί, που αναπαριστούν γεωργικές εργασίες της εποχής εκείνης. Το ντύσιμο όλων σχεδόν των προσώπων, βασίζεται σε ρούχα παλαιότερων εποχών και στον αυτοσχεδιασμό. Αφού τελειώσει η “γύρα” του μπέη, γίνεται αναπαράσταση των τοπικών εργασιών (όργωμα, θερισμός) από τους γεωργούς. Ακολουθεί γαϊδουροδρομία και ρωμαϊκή πάλη. Μετά την ολοκλήρωση της ρωμαϊκής πάλης στο Μεσοχώρι, ο κόσμος μαζεύεται στις ταβέρνες, και μαζί με το προσωπικό του Μπέη, πίνει και διασκεδάζει με παραδοσιακά όργανα της περιοχής.
Δερβένα στο χωριό Μυρρίνη
Εθιμο των Αποκριών, η Δερβένα τηρείται στο χωριό Μυρρίνη, όπου οι κάτοικοι από τις γύρω περιοχές συναθροίζονται στην πλατεία του χωριού και ανάβουν φωτιές για να ξορκίσουν το κακό. Με το άναμμα της φωτιάς και το κάψιμο των ξύλων θεωρείται ότι καίγονται τα πάθη, το μίσος, η κακία και η εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους. Είναι η ημέρα της συγχώρησης των μικρών από τους μεγάλους και των μεγάλων από τους μικρούς. Η παραδοσιακή αυτή τελετουργία συνοδεύεται από φαγοπότι, τραγούδια και χορούς.
Η χάσκα στις Αμυγδαλιές Γρεβενών
Την Κυριακή της Τυρινής (την Μεγάλη Αποκριά) λίγο πριν ανάψει ο φανός, συνηθιζόταν και συνηθίζεται οι πιο νέοι σε ηλικία να επισκέπτονται τους μεγαλύτερους συγγενείς τους. Τους φιλούσαν το χέρι (με το αζημίωτο φυσικά, πάντα οι μεγαλύτεροι “κερνούσαν” τους νεότερους συγγενείς τους χρήματα όταν είχαν ή γλυκά και άλλα κεράσματα)και αλληλοσυγχωριούνταν ενόψει των Αποκριών. Αφού τρώγανε στο οικογενειακό τραπέζι, η βραδιά τελείωνε με την περίφημη παραδοσιακή “χάσκα“.
Στην άκρη μακριού σπάγκου στερεωμένου σε έναν κλώστη, έδεναν ένα σφιχτό-βρασμένο και καθαρισμένο αυγό. Αυτός που κρατούσε τον σπάγκο από τον κλώστη τον περιέφερε γύρω-γύρω μπροστά στα στόματα των συγκεντρωμένων, οι οποίοι προσπαθούσαν να αρπάξουν με τα δόντια το αυγό. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί συχνά η “χάσκα” δεν σταματούσε σε ένα σημείο και το αυγό τους ξέφευγε. Έτσι δημιουργούνταν μια ατμόσφαιρα γεμάτη με ευθυμία, γέλια και ξεφωνητά.
Μετά, περίπου στις 9 το βράδυ ακολουθούσε το άναμμα του φανού. Ο κόσμος συγκεντρώνονταν γύρω από το φανό. Τα πειράγματα, οι αθυροστομίες, οι βωμολοχίες και τα υπονοούμενα κυριαρχούν στα τραγούδια και τους χορούς γύρω από τη φωτιά, απομεινάρια από τις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές και Αριστοφανικές εκφράσεις. Τα τραγούδια τα τραγουδούσε ο πρωτοχορευτής και επαναλάμβαναν τα λόγια οι υπόλοιποι. . Οι πιο νέοι παίρνουν φόρα και επιχειρούν να πηδήσουν πάνω από τον φανό φωνάζοντας “ψύλλοι, ψύλλοι, ψύλλοι …..”. Πολλοί τα καταφέρνουν, αλλά άλλοι όχι. Και τότε ακολουθούν γέλια και πειράγματα .Οι παλαιότεροι λένε πως αυτό γινόταν παλιά για να διώξουν τις ψείρες και τους ψύλλους που είχαν πάνω τους .Αλλά το πιο πιθανό είναι πως και αυτό είναι απομεινάρι αρχαίας λατρείας.
ΜΩΜΟΓΕΡΟΙ
- Στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας εμφανίζεται το έθιμο των μεταμφιέσεων, που φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Συγκεκριμένα, στα χωριά (Σιταγροί κ.ά.) όπου υπάρχουν πρόσφυγες του Πόντου, την παραμονή των Χριστουγέννων, εφτά άνδρες του χωριού γίνονται οι Μωμόγεροι: η αρκούδα, που συμβολίζει τη δύναμη, η γραία το παρελθόν, η νύφη το μέλλον, το άλογο την ανάπτυξη, ο γιατρός την υγεία, ο στρατιώτης την άμυνα, η κατσίκα το την τροφή και ο Άι Βασίλης είναι η νέα χρονιά που θα έρθει σε λίγες ημέρες. Οι μεταμφιεσμένοι γυρίζουν όλη την ημέρα στους δρόμους με τη συνοδεία ζουρνάδων και νταουλιών .
- Οι επτά πρωταγωνιστές κάνουν μεταξύ τους διάφορα αστεία και από πίσω τους ακολουθεί όλο το χωριό. Ο κάθε μεταμφιεσμένος πλησιάζει ένα άτομο από το πλήθος και δεν το αφήνει ήσυχο, αν δεν προσφέρει κάτι. Αν δεν πληρώσει, τότε του αλείφει το πρόσωπο με “παστί καν” (ξινό γιαούρτι). Συχνά γίνεται και παραγγελία προς τον πρωταγωνιστή, δηλαδή τον πλήρωναν και του ζητούσαν να αλείψει με το ξινό γιαούρτι κάποιο συγκεκριμένο άτομο.  Σήμερα ο σκοπός του εθίμου είναι ψυχαγωγικός, ενώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 ήταν ευετηρικός, δηλαδή ανήκε στις εθιμικές εκείνες παραστάσεις, που κατά κανόνα είχαν ένα μαγικό χαρακτήρα και αποσκοπούσαν σε μια εύφορη χρονιά.
Άλλα καρναβαλικά έθιμα http://www.asxetos.gr/libView.aspx?s=156&sc=130&o=-1&ofs=1
Ετυμολογία της λέξης “καρναβάλι”
Η λέξη καρναβάλι δεν έχει αποδεκτή ετυμολογία από όλους, είναι μια λέξη άγνωστη, υπάρχουν ωστόσο πιθανές ετυμολογίες που δίνουν διάφοροι λαογράφοι.
* Η λέξη σχετίζεται με την λέξη “αποκριά” δλδ αποχή από το κρέας. Έτσι λένε καρναβάλι σημαίνει στα λατινικά carne (κρέας), vale (γειά σου). Αυτή όμως είναι μια ετυμολογία της λέξεως σύγχρονη βασισμένη στην Χριστιανική νηστεία και τοποθετεί την παραγωγή της λέξεως καρναβάλι μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού
* Η λέξη σχετίζεται πάλι με την λέξη αποκριά. Μια άλλη εκδοχή, το καρναβάλι ετυμολογικά προήλθε από τις λατινικές λέξεις=κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω) και σημαίνει παύση της κρεοφαγίας, αντιστοιχεί δηλαδή ακριβώς στην δική μας λέξη: αποκριά, δηλαδή “αποχή από το κρέας, για την τελευταία εβδομάδα του τριωδίου και κατ’ επέκταση εννοεί όλη την χαρούμενη περίοδο του καρναβαλιού. Επίσης αυτή η ετυμολογία τοποθετείται μετά την Χριστιανική επικράτηση.
* Η λέξη σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα. Η ετυμολογία αυτή μάλλον δεν στέκει αφού τα Κάρνεια γιορταζόντουσαν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ
* Η λέξη σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δλδ χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.
* Μια άλλη ετυμολογία είναι η εξής: Η ερμηνεία της λέξης “Καρναβάλι”, που δίνουν οι Έλληνες και οι ξένοι λαογράφοι, ότι δηλαδή προέρχεται από το λατινικό CARNE και LEYALEM, που σημαίνει αποχή από το κρέας, φαίνεται ότι δεν είναι σωστή, γιατί πρωταρχικό γνώρισμα των εορτών αυτών δεν είναι η αποχή αλλά η υπερκατανάλωση και το πλούσιο φαγοπότι, που πρέπει και ο πιο φτωχός να κάνει. Η λέξη αυτή, τονίζει ο ερευνητής και λαογράφος Μάνος Φαλτλαιτς, πρέπει να προέρχεται από τις λέξεις “ΚΟΡΝ”, δηλαδή κέρατο, και “ΒΑΑΛ ή ΒΗΛΟΣ”, που ήταν η επίσημη ονομασία του Θεού-Βοδιού. Η γιορτή των καρναβαλιών λοιπόν σημαίνει “ΒΟΪΔΟΚΕΡΑΤΟ” και δόθηκε ειρωνικά για να θυμίζει τη νίκη των αιγοπροβατοτρόφων εναντίων των βοϊδοτρόφων και του θεού ΒΑΑΛ. Λεπτομέριες εδώ http://2dim-efkarp.thess.sch.gr/old-web/EFIMERIDA/ELLINIKA/istoria_karnavaliou.htm
* Μια άλλη ετυμολογία που οι λαογράφοι την απορριπτουν είναι  η λέξη Καρναβάλι να προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «carrus navalis», που σημαίνει ναυτικό αμαξίδιο, επειδή ο Θεός Διόνυσος στις γιορτές ερχόταν με τροχοφόρο καράβι.